Παρατίθεται, σε μετάφραση Αντώνη Βασιλείου, η Επιστολή που υποβλήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2026, από την ΜΚΟ «Ομοσπονδία Τούρκων Δυτικής Θράκης στην Ευρώπη», μια μη κυβερνητική οργάνωση η οποία δραστηριοποιείται στην Δυτική Θράκη και αυτοπροσδιορίζεται ως τουρκική, προς το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, με θέματα εκπαίδευσης των Μουσουλμάνων μαθητών στη Δυτική Θράκη.
Οι αναφερόμενοι προσδιορισμοί στην επιστολή ως «τουρκική» δεν είναι αποδεκτοί από τον γράφοντα καθότι σύμφωνα με την συνθήκη της Λωζάνης του 1923 η μειονότητα αναφέρεται ως Μουσουλμανική και όχι Τουρκική και είναι προφανής η διαστρεύλωση που επιχειρείται στην επιστολή.
Ακολουθεί η επιστολή στην Ελληνική.
Άρνηση του Δικαιώματος των Τουρκικών Παιδιών σε Ποιοτική Εκπαίδευση λόγω Παραβίασης της Εκπαιδευτικής Αυτονομίας της Τουρκικής Κοινότητας στη Δυτική Θράκη, Ελλάδα
Το νομικό καθεστώς της τουρκικής κοινότητας στη Δυτική Θράκη που ζει στην Ελλάδα καθορίζεται από τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, η οποία παρέχει αυτονομία στους τομείς της εκπαίδευσης και της θρησκείας. Η τουρκική κοινότητα έχει το δικαίωμα να ιδρύει, να διαχειρίζεται και να ελέγχει κάθε είδους φιλανθρωπικούς οργανισμούς, θρησκευτικά ή κοινωνικά ιδρύματα, κάθε είδους σχολεία και παρόμοια εκπαιδευτικά ιδρύματα με δικά της έξοδα, καθώς και να χρησιμοποιεί ελεύθερα τη δική της γλώσσα και να τελεί θρησκευτικές τελετές.
Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης, τα τουρκικά σχολεία που ανήκουν στην τουρκική κοινότητα στη Δυτική Θράκη ήταν ιδιοκτησία της κοινότητας και λειτουργούσαν με αυτοδιοίκηση και αυτονομία· επομένως, όλα τα έξοδα και η διαχείρισή τους αποτελούσαν δική τους ευθύνη. Η λειτουργία και διοίκηση των ιδιωτικών και αυτόνομων τουρκικών σχολείων αποτελεί αρμοδιότητα μιας σχολικής επιτροπής που αποτελείται από τρία πρόσωπα, εκλεγμένα από τους γονείς. Η πρώτη νομική ρύθμιση σχετικά με τις σχολικές επιτροπές θεσπίστηκε με τον Νόμο 3065/1954. Οι σχολικές επιτροπές είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των εσόδων και εξόδων του σχολείου, την καταβολή των μισθών και των ασφαλιστικών εισφορών των συμβασιούχων εκπαιδευτικών του τουρκικού προγράμματος, τη συντήρηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του σχολείου και, κυρίως, την εκπροσώπηση των γονέων στο σχολείο.
Με την πάροδο του χρόνου αυξήθηκε η κρατική παρέμβαση στις αρμοδιότητες των σχολικών επιτροπών, οι οποίες άσκησαν για τελευταία φορά το δικαίωμα πρόσληψης και διορισμού εκπαιδευτικών κατά το σχολικό έτος 1970–71. Με τον Νόμο 694 του 1977, η διοίκηση των τουρκικών σχολείων άλλαξε από άμεσα εκλεγόμενη από τους γονείς σε διοριζόμενη από τον Νομάρχη, ο οποίος επέλεγε τρία πρόσωπα από κατάλογο έως δεκαπέντε υποψηφίων. Με τον Νόμο 695 του ίδιου έτους αφαιρέθηκε επίσης από τις επιτροπές το δικαίωμα πρόσληψης εκπαιδευτικών για το τουρκικό πρόγραμμα.
Ο νόμος αυτός προβλέπει ότι οι εκπαιδευτικοί που θα διδάσκουν στο τουρκικό πρόγραμμα των τουρκικών σχολείων θα προσλαμβάνονται κατά προτεραιότητα μεταξύ των αποφοίτων της ΕΠΑΘ (Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης), αποτρέποντας έτσι Έλληνες πολίτες που ανήκουν στην τουρκική κοινότητα της Δυτικής Θράκης και είναι απόφοιτοι παιδαγωγικών σχολών της Τουρκίας από το να εργαστούν στα σχολεία αυτά. Με άλλα λόγια, με την αφαίρεση των αρμοδιοτήτων των επιτροπών και την πρόσληψη αποφοίτων της ΕΠΑΘ από το κράτος ως εκπαιδευτικών της τουρκικής γλώσσας στα σχολεία μας, επήλθε ένα σκόπιμο και ανεπανόρθωτο πλήγμα στο ιδιωτικό και αυτόνομο σχολικό μας σύστημα.
Κατά τη διάρκεια των ετών, οι αρμοδιότητες των σχολικών επιτροπών αναθεωρήθηκαν επανειλημμένα και περιορίστηκαν σταδιακά. Με υπουργική απόφαση του 2002, οι επιτροπές έχασαν ουσιαστικά την εξουσία τους επί των τουρκικών σχολείων. Παρά τη φαινομενική συμμόρφωση με τη νομοθεσία, αυθαίρετες πρακτικές συνεχίστηκαν διαχρονικά.
Πρόσφατα, όπως προαναφέρθηκε, απαγορεύθηκε στις σχολικές επιτροπές που είναι υπεύθυνες για τη διοίκηση και λειτουργία των σχολείων η είσοδος στα σχολικά κτίρια. Όταν η σχολική επιτροπή του Τουρκικού Γυμνασίου–Λυκείου Ξάνθης εμποδίστηκε να εισέλθει στο σχολείο, συναντήθηκε με την Υπουργό Παιδείας, η οποία επισκέφθηκε το σχολείο την πρώτη ημέρα του σχολικού έτους, στην πύλη του σχολείου και επανέλαβε τα πάγια αιτήματά της για νέο σχολικό κτίριο. Στη συνέχεια, εκκενώθηκε και το γραφείο της σχολικής επιτροπής εντός του κτιρίου του γυμνασίου–λυκείου.
Στις 6 Οκτωβρίου, η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης κατηγόρησε τη σχολική επιτροπή του Τουρκικού Γυμνασίου–Λυκείου Ξάνθης ότι συνέχιζε να εισέρχεται παράνομα στο σχολείο χωρίς νομική αιτιολόγηση. Αναφερόμενη στην ίδρυση Τουρκικού Γυμνασίου–Λυκείου στην Κομοτηνή το 1952 και στη συνέχεια στην ίδρυση του Τουρκικού Γυμνασίου–Λυκείου Ξάνθης το 1965 με την υπογραφή του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης υποστήριξε ότι το σχολείο ιδρύθηκε τότε ως ιδιωτικό και ότι η Συνθήκη της Λωζάνης καλύπτει μόνο τη μειονοτική εκπαίδευση στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, και ότι το σχολείο αυτό ιδρύθηκε ως συνειδητή και άνευ όρων επιλογή της Ελλάδας και όχι ως αποτέλεσμα υποχρέωσης. Ωστόσο, η Συνθήκη της Λωζάνης αναγνωρίζει στην τουρκική κοινότητα το δικαίωμα ίδρυσης, διαχείρισης και ελέγχου όλων των τύπων σχολείων και παρόμοιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Μετά τη σχετική συζήτηση, ο Τούρκος βουλευτής Ξάνθης Χουσεΐν Ζεϊμπέκ υπέβαλε ερώτηση προς την Υπουργό Παιδείας. Στην απάντησή της (132/9-10-2025), η Υπουργός υποστήριξε ότι οι σχολικές επιτροπές έχουν αποκλειστικά οικονομικές αρμοδιότητες. Ωστόσο, η πρακτική υποβάθμιση των σχολικών επιτροπών σε απλά λογιστικά όργανα αντίκειται τόσο στην ισχύουσα νομοθεσία όσο και στις διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος.
Τέλος, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα από 1 Αυγούστου 2026, όλες οι σχολικές επιτροπές που λειτουργούν προσωρινά βάσει του Νόμου 5056/2023 πρόκειται να καταργηθούν πλήρως και όλες οι αρμοδιότητες και ευθύνες τους να μεταφερθούν στους δήμους. Αν και η απόφαση αυτή φαίνεται να αφορά επί του παρόντος μόνο τα δημόσια σχολεία, υπάρχει ανησυχία στην τουρκική κοινότητα της Δυτικής Θράκης ότι θα εφαρμοστεί και στα αυτόνομα και ιδιωτικά τουρκικά σχολεία, δεδομένου ότι, παρά την εκπαιδευτική αυτονομία, το κράτος και οι εκάστοτε κυβερνήσεις του έχουν λάβει πολυάριθμες αποφάσεις και αυθαίρετα μέτρα που την έχουν υπονομεύσει. Εάν η απόφαση εφαρμοστεί και στα τουρκικά σχολεία της Δυτικής Θράκης, θα αποτελέσει σοβαρό πλήγμα στην εκπαιδευτική αυτονομία, κάτι που οι τουρκικοί φορείς της περιοχής δεν πρόκειται να αποδεχθούν.
Η τουρκική κοινότητα βιώνει ήδη μια παρόμοια κατάσταση με οδυνηρό τρόπο. Η απόφαση του 2010 για προσωρινή αναστολή λειτουργίας των τουρκικών δημοτικών σχολείων και οριστικό κλείσιμό τους τρία χρόνια αργότερα, στο πλαίσιο μέτρων λιτότητας, εφαρμόστηκε και στα σχολεία της τουρκικής κοινότητας της Δυτικής Θράκης και μετατράπηκε σε εργαλείο συστηματικών διακρίσεων.
Λόγω των κλεισιμάτων εξαιτίας της μείωσης του αριθμού μαθητών, τα δημοτικά σχολεία μειώθηκαν από 188 το 2011 σε 83 το σχολικό έτος 2025–2026. Όπως διαπιστώνεται, ο αριθμός των τουρκικών δημοτικών σχολείων έχει μειωθεί ραγδαία.
Παρά τις αντιδράσεις, η κυβέρνηση δεν υπαναχώρησε από την απόφαση αυτή, η οποία αντίκειται στην εκπαιδευτική αυτονομία. Επιπλέον, το τουρκικό δημοτικό σχολείο στο χωριό Παλαιό Ζυγός (Μιζανλί), του οποίου η λειτουργία ανεστάλη το σχολικό έτος 2023–2024 λόγω ανεπαρκούς αριθμού μαθητών, δεν επαναλειτούργησε το 2025–2026, παρότι ο αριθμός των μαθητών έφτασε τους 10. Παρά τις αιτήσεις των γονέων, οι ελληνικές αρχές δεν επέτρεψαν την επαναλειτουργία του σχολείου, γεγονός που προκάλεσε διαμαρτυρία στις 11 Σεπτεμβρίου 2025. Σε ανακοίνωση που διαβάστηκε κατά τη διάρκεια κινητοποίησης της Ένωσης Σχολείων Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης τονίστηκε ότι το ελληνικό κράτος έχει κλείσει δεκάδες τουρκικά δημοτικά σχολεία με το πρόσχημα της «έλλειψης μαθητών» και δεν τα επαναλειτούργησε ακόμη και όταν ο αριθμός των μαθητών αυξήθηκε. Την ίδια στιγμή, δημόσιο δημοτικό σχολείο άνοιξε στο χωριό Αργυρή Καρδίτσας με έναν μαθητή για το σχολικό έτος 2024–2025 και άλλο με δύο μαθητές στο νησί Ψέριμος.
Το κράτος έχει δώσει προτεραιότητα στο ελληνικό δημόσιο σχολικό σύστημα αντί να δημιουργήσει ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση, βελτιώνοντας τα ιδιωτικά και αυτόνομα τουρκικά σχολεία σύμφωνα με τα αιτήματα της τουρκικής κοινότητας της Δυτικής Θράκης. Η κατάσταση αυτή στοχεύει στη μακροπρόθεσμη διάβρωση και εξάλειψη του τουρκικού σχολικού συστήματος.
Δυστυχώς, τα τουρκικά δημοτικά σχολεία των οποίων η λειτουργία ανεστάλη και στη συνέχεια έκλεισαν οριστικά λόγω έλλειψης μαθητών ανήκουν στα ιδρύματα κάθε χωριού και διαχειρίζονται από τις τοπικές εφορείες. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται η χρήση των σχολικών κτιρίων για άλλους σκοπούς.
Τον Μάιο του 2025 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο κτίριο του τουρκικού δημοτικού σχολείου στο Ασαγιοκόι (Αρσάκειο), που ανήκει στον Δήμο Μαρωνείας–Σαπών, καθιστώντας το κτίριο ακατάλληλο προς χρήση. Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες σχετικά με το πότε και πώς ξεκίνησε η πυρκαγιά ή ποιος την προκάλεσε.
Στις 4 Ιανουαρίου 2026 σημειώθηκε επίθεση στο τουρκικό δημοτικό σχολείο στο χωριό Άρατος (Καρατζάογλαν), το οποίο είχε κλείσει κατά το σχολικό έτος 2021–2022 στο πλαίσιο άδικων πρακτικών. Καταστράφηκαν η κεντρική πύλη, οι πόρτες των αιθουσών, τα ντουλάπια και τα καλοριφέρ. Οι βιβλιοθήκες των τάξεων καταστράφηκαν και τα βιβλία σκορπίστηκαν στο πάτωμα. Η αστυνομική έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για κλοπή. Η άρνηση του Υπουργείου Παιδείας να επιτρέψει τη χρήση των κλειστών τουρκικών δημοτικών σχολείων για άλλους σκοπούς παραβιάζει την εκπαιδευτική αυτονομία της τουρκικής κοινότητας, ενώ οι επιθέσεις και οι κλοπές στα κλειστά σχολικά κτίρια δημιουργούν κενό ασφάλειας και θέτουν σε κίνδυνο την περιουσία και την ασφάλεια.
Η εκπαιδευτική αυτονομία της τουρκικής κοινότητας στη Δυτική Θράκη πρέπει να αποκατασταθεί και οι αποφάσεις που αφορούν τα τουρκικά σχολεία πρέπει να ανήκουν στην ίδια την κοινότητα.
Ακολουθεί η πρωτότυπος επιστολή στην Αγγλική.
