Επιστολή του ψευδοκράτους με ημερομηνία 5 Δεκεμβρίου 2025, διαβίβασε ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, απευθυνόμενη προς τον Γενικό Γραμματέα.


Επιστολή του ψευδοκράτους της κατεχόμενης Κύπρου διαβίβασε στις 8 Δεκεμβρίου η Τουρκία στην Γενική Συνέλευση και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ, διαμαρτύρεται για τις δηλώσεις που έκαναν οι εκπρόσωποι της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 11 Νοεμβρίου 2025 στη συνεδρίαση της Ειδικής Πολιτικής και Αποαποικιοποίησης Επιτροπής της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.

Ακολουθεί το διαβιβαστικό της Τουρκίας και η επιστολή του ψευδοκράτους σε μετάφραση Αντώνη Βασιλείου, με την ρητή δήλωση του περί μη αποδοχής των όρων που χρησιμοποιούν οι δύο επιστολές, για το ψευδοκράτος, τα κατεχόμενα Κυπριακά εδάφη και την Κυπριακή Δημοκρατία:

 

Ογδοηκοστή σύνοδος
Θέμα ημερήσιας διάταξης 40
Το ζήτημα της Κύπρου

Επιστολή με ημερομηνία 5 Δεκεμβρίου 2025 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, απευθυνόμενη προς τον Γενικό Γραμματέα.

Έχω την τιμή να διαβιβάσω συνημμένως επιστολή με ημερομηνία 4 Δεκεμβρίου 2025, απευθυνόμενη προς εσάς από τον Murat Soysal, Εκπρόσωπο της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (βλ. παράρτημα).

Θα σας ήμουν ευγνώμων εάν η παρούσα επιστολή και το παράρτημά της μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στο πλαίσιο του θέματος ημερήσιας διάταξης 40.

(Υπογραφή) Ahmet Yıldız
Πρέσβης
Μόνιμος Αντιπρόσωπος

 

Παράρτημα στην επιστολή με ημερομηνία 5 Δεκεμβρίου 2025 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, απευθυνόμενη προς τον Γενικό Γραμματέα.

Σας γράφω σε απάντηση των δηλώσεων που έκαναν οι εκπρόσωποι των Ελληνοκυπρίων στις 11 Νοεμβρίου 2025 στη συνεδρίαση της Ειδικής Πολιτικής και Αποαποικιοποίησης Επιτροπής (Τέταρτη Επιτροπή) της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στο πλαίσιο του θέματος ημερήσιας διάταξης 51, με τίτλο «Συνολική ανασκόπηση του συνόλου του ζητήματος των ειρηνευτικών επιχειρήσεων σε όλες τις πτυχές του». Δεδομένου ότι οι εκπρόσωποι των Ελληνοκυπρίων εκμεταλλεύονται εδώ και καιρό την απουσία της Τουρκοκυπριακής πλευράς σε διεθνείς πλατφόρμες για να διαστρεβλώνουν κατάφωρα ιστορικά και νομικά γεγονότα σχετικά με την Κύπρο, αισθάνομαι υποχρεωμένος να απαντήσω γραπτώς προκειμένου να αποκατασταθεί η αλήθεια και να φέρω στην ευγενή προσοχή σας τις απόψεις της Τουρκοκυπριακής πλευράς σχετικά με τις ειρηνευτικές επιχειρήσεις.

Κατ’ αρχάς, επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω, για ακόμη μια φορά, ότι δεν υπάρχει καμία ενιαία αρχή στην Κύπρο ικανή να εκπροσωπήσει ταυτόχρονα τον Τουρκοκυπριακό και τον Ελληνοκυπριακό λαό ή το νησί ως σύνολο. Δυστυχώς, κατά την απουσία μας, η Ελληνοκυπριακή πλευρά συνεχίζει να εκπροσωπείται ως εάν να ήταν η μοναδική φωνή και αντιπρόσωπος του νησιού, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο ξεχωριστά Κράτη και δύο ξεχωριστοί λαοί στην Κύπρο. Συνεπώς, οι δηλώσεις που κάνουν οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι υπό τον ισχυριζόμενο τίτλο τους ως εκπρόσωποι της λεγόμενης «Δημοκρατίας της Κύπρου» είναι νομικά ανίσχυρες όσον αφορά τον Τουρκοκυπριακό λαό.

Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι καμία από τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την Κύπρο δεν περιγράφει την νόμιμη και δικαιολογημένη τουρκική επέμβαση του 1974 ως «εισβολή» ούτε την μετέπειτα παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στο νησί ως «κατοχή». Τέτοιες αβάσιμες κατηγορίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά καθαρή Ελληνοκυπριακή προπαγάνδα που στοχεύει στη διαστρέβλωση των πραγματικοτήτων του νησιού. Στην πραγματικότητα, η Ελληνοκυπριακή πλευρά γνωρίζει καλά ότι η επέμβαση της Χώρας-Εγγυητή Τουρκίας έφερε ειρήνη στο νησί πριν από 51 χρόνια, θέτοντας τέλος όχι μόνο στη βία που ασκήθηκε κατά του Τουρκοκυπριακού λαού αλλά και στη βία που διέπραξε η Ελληνοκυπριακή πολιτοφυλακή κατά των δικών της πολιτών. Στο πλαίσιο αυτό, είναι επίσης σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι ο τότε Ελληνοκύπριος ηγέτης Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, στην ομιλία του ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 19 Ιουλίου 1974, περιέγραψε την απόπειρα πραξικοπήματος που οργάνωσε η στρατιωτική χούντα στην Ελλάδα και οι Ελληνοκύπριοι συνεργάτες της στην Κύπρο ως «εισβολή» της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα, η μόνη «κατοχή» στο νησί είναι η παράνομη κατοχή, από το 1963, της έδρας της κυβέρνησης από την Ελληνοκυπριακή διοίκηση, η οποία έχει καταλάβει την πλέον ανενεργή συνεταιρική δημοκρατία του 1960.

Σχετικά με τους αβάσιμους ισχυρισμούς για παραβιάσεις όσον αφορά την Πήλα και την περιφραγμένη περιοχή των Βαρωσίων που έκανε ο Ελληνοκύπριος εκπρόσωπος, θα ήθελα πρωτίστως να επαναλάβω την αντίρρησή μας για την ανακριβή και παραπλανητική παρουσίαση της τρέχουσας κατάστασης σχετικά με τον δρόμο Γιγιτλέρ-Πήλα. Σε κάθε περίσταση, έχουμε ζητήσει από τους συναδέλφους μας στα Ηνωμένα Έθνη να διακρίνουν σαφώς την μακροχρόνια ανθρωπιστική ανάγκη της Τουρκοκυπριακής πλευράς για αυτόν τον δρόμο από οποιαδήποτε ζητήματα που αφορούν την Ελληνοκυπριακή πλευρά, η οποία δεν έχει καμία αρμοδιότητα σε αυτό το θέμα. Αναμένουμε η Δύναμη Ειρηνευτικής Επιχείρησης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) να τηρήσει τη συμφωνία που επιτεύχθηκε μαζί μας, η οποία δεν εξαρτάται από την έγκριση της Ελληνοκυπριακής πλευράς, η οποία επιδιώκει να εκμεταλλευτεί πλεονεκτήματα εντός και γύρω από τη Ζώνη Ασφαλείας.

Σχετικά με την περιφραγμένη περιοχή των Βαρωσίων, πρέπει να τονιστεί ότι η περιοχή αυτή αποτελεί μέρος της επικράτειας της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, όπου η Κυβέρνησή μας έχει αποκλειστική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα. Επιπλέον, σε αντίθεση με την Ελληνοκυπριακή διοίκηση, η οποία εμποδίζει ουσιαστικά κάθε είδους αποκατάσταση για τους Τουρκοκυπρίους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους στο Νότιο τμήμα της Κύπρου, η Κυβέρνησή μας αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος των Ελληνοκυπρίων που άφησαν περιουσίες στο Βόρειο τμήμα της Κύπρου. Κατά συνέπεια, το 2005, η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ίδρυσε την Επιτροπή Ακίνητης Περιουσίας, η οποία αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο ως αποτελεσματικό εσωτερικό μέσο για την επίλυση αξιώσεων ιδιοκτησίας υπό μορφή αποκατάστασης, αποζημίωσης και/ή ανταλλαγής. Το ανθρωπιστικό έργο που έχει πραγματοποιηθεί στην περιφραγμένη περιοχή των Βαρωσίων καθώς και τα σχέδια για το μέλλον είναι σύμφωνο με το διεθνές δίκαιο και δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας.

Εάν η Ελληνοκυπριακή πλευρά είναι ειλικρινής όσον αφορά τον φερόμενο ενδιαφέρον της για παραβιάσεις στο νησί, μπορεί απλά να ξεκινήσει με την αφαίρεση των μη εξουσιοδοτημένων 339 προκατασκευασμένων σκυροδεμάτων θέσεων μάχης που έχει τοποθετήσει εντός και κατά μήκος της Ζώνης Ασφαλείας, οι οποίες συνιστούν σοβαρές στρατιωτικές παραβιάσεις και έχουν αναφερθεί πολλές φορές, πιο πρόσφατα στην έκθεσή σας για τη Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο με ημερομηνία 3 Ιουλίου 2025 (S/2025/447, παρ. 15). Επιπλέον, είναι αντιφατικό για τον Ελληνοκύπριο εκπρόσωπο να τονίζει την ανάγκη λογοδοσίας για εγκλήματα κατά των ειρηνευτών όταν «δεν έχει ληφθεί επιβεβαίωση για τις υποσχεθείσες έρευνες» (ibid., παρ. 23) από την Ελληνοκυπριακή πλευρά για τις απειλές κατά των ειρηνευτών των Ηνωμένων Εθνών και του προσωπικού του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες από την Ελληνοκυπριακή αστυνομία, η οποία, όπως επισημαίνεται στην έκθεσή σας (S/2025/6, παρ. 24), επέδειξε επιθετική συμπεριφορά προς το προσωπικό της UNFICYP κατά την αναγκαστική επαναπροώθηση αιτούντων άσυλο στη Ζώνη Ασφαλείας.

Είναι επίσης ενδεικτικό ότι οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι συνεχίζουν να αναφέρονται επανειλημμένα στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ενώ βολικά δεν αναφέρονται στην εκστρατεία εθνοκάθαρσης κατά του Τουρκοκυπριακού λαού στην οποία συμμετείχε η Ελληνοκυπριακή πολιτοφυλακή κατά τα έτη 1963-1974 ή στην απάνθρωπη απομόνωση που επιβλήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στους Τουρκοκυπρίους σε όλους τους τομείς της ζωής, η οποία όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση με τον Χάρτη αλλά αποτελεί και τον σημαντικότερο παράγοντα δηλητηρίασης των σχέσεων μεταξύ των δύο λαών.

Όσον αφορά τις ειρηνευτικές επιχειρήσεις, μία από τις βασικές αρχές των ειρηνευτικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Εθνών σε όλο τον κόσμο είναι η απαίτηση να ζητείται και να λαμβάνεται η συγκατάθεση όλων των πλευρών της διαμάχης. Ως εκ τούτου, στην Έκθεση της Επιτροπής για τις Ειρηνευτικές Επιχειρήσεις των Ηνωμένων Εθνών (Έκθεση Brahimi) αναφέρεται σαφώς ότι «η συγκατάθεση των τοπικών πλευρών και η αμεροληψία … πρέπει να παραμείνουν οι θεμελιώδεις αρχές της ειρηνευτικής δράσης». Συνεπώς, η UNFICYP μπορεί να λειτουργεί και στις δύο πλευρές της Κύπρου μόνο με βάση τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών. Διαφορετικά, η UNFICYP «κινδυνεύει να γίνει μέρος της σύγκρουσης», όπως αναφέρεται στις Αρχές και Κατευθυντήριες Οδηγίες για τις Ειρηνευτικές Επιχειρήσεις των Ηνωμένων Εθνών. Πράγματι, η αρχή της συγκατάθεσης είναι επίσης θεμελιώδης για την αποστολή των καλών υπηρεσιών στην Κύπρο, η οποία αντιμετωπίζει τις Τουρκοκυπριακές και Ελληνοκυπριακές πλευρές ισότιμα. Δυστυχώς, αυτή η αρχή παραβλέπεται εδώ και καιρό όσον αφορά την UNFICYP, καθώς τα Ηνωμένα Έθνη επιμένουν να μην ζητούν και να μην λαμβάνουν τη συγκατάθεση της Τουρκοκυπριακής πλευράς.

Ομοίως, η Τουρκοκυπριακή πλευρά έχει επανειλημμένα καταγράψει την ανάγκη για σύναψη επίσημης συμφωνίας/πλαισίου που να ορίζει τη σχέση μεταξύ της UNFICYP και των αρχών μας. Πράγματι, έχουμε υποβάλει γραπτή πρόταση για αυτό το θέμα και αναμένουμε οριστική απάντηση χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. Επί του παρόντος, η UNFICYP λειτουργεί στην Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου ως επισκέπτης μας, αλλά αυτή η κατάσταση δεν είναι βιώσιμη.

Είναι επίσης σημαντικό κάθε αποστολή, ιδιαίτερα εάν ιδρύθηκε πριν από δεκαετίες, να επανεξετάζεται περιοδικά για να διασφαλίζεται ότι η εντολή και οι επιχειρησιακές της αρχές ευθυγραμμίζονται με τις τρέχουσες πραγματικότητες στο έδαφος. Διαφορετικά, είναι αναπόφευκτο η αποστολή αυτή να αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις στην αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων της. Όπως είναι γνωστό, η Τουρκοκυπριακή πλευρά έχει γνωστοποιήσει στα Ηνωμένα Έθνη σε πολλές περιπτώσεις ότι, μετά από περισσότερα από 60 χρόνια από την ανάπτυξή της στο νησί, είναι απαραίτητη και πολύ καθυστερημένη η ανασκόπηση της παρωχημένης εντολής της UNFICYP, καθώς και των λειτουργιών και των επιχειρήσεών της, λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβαλλόμενες συνθήκες στο νησί.

Μία ειρηνευτική δύναμη πρέπει επίσης να είναι δίκαιη και αμερόληπτη στις σχέσεις της με κάθε ενδιαφερόμενη πλευρά. Αυτό αποτελεί προϋπόθεση για την απόκτηση της εμπιστοσύνης τους και για τη δημιουργία καλών συνεργατικών σχέσεων. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να διασφαλιστεί ότι η αμεροληψία, ως βασική αξία, ενσωματώνεται ουσιαστικά στο κέντρο των δραστηριοτήτων της. Ως Τουρκοκυπριακή πλευρά, θεωρούμε ότι οι προαναφερθείσες αρχές πρέπει να βρίσκονται στον πυρήνα κάθε ειρηνευτικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της UNFICYP. Στο πλαίσιο αυτό, οι εθελοντικές συνεισφορές της Ελληνοκυπριακής πλευράς στον προϋπολογισμό της UNFICYP καθώς και οι επανειλημμένες αναφορές σε αυτές από τους Ελληνοκύπριους εκπροσώπους στις πλατφόρμες των Ηνωμένων Εθνών εγείρουν φυσικά το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της UNFICYP και της Ελληνοκυπριακής πλευράς.

Εκμεταλλευόμενος την παρούσα ευκαιρία, θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω στην Ελληνοκυπριακή διοίκηση ότι ο αντίστοιχός της είναι, και υπήρξε πάντοτε, η Τουρκοκυπριακή πλευρά, όχι η Τουρκία.

Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή κυκλοφορούσε ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στο πλαίσιο του θέματος ημερήσιας διάταξης 40.

(Υπογραφή) Murat Soysal
Εκπρόσωπος
Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

© 2026 Antonios L Vasileiou