Ανοικτή Συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ: «Το Μέλλον των Ειρηνευτικών Επιχειρήσεων»


Η Αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πρέσβειρα Μαρία Μιχαήλ, κατά τη θεματική συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας με τίτλο «Διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας» και με θέμα «Το μέλλον των επιχειρήσεων ειρήνης: βασικά ζητήματα, ευκαιρίες και προκλήσεις στο πλαίσιο της ανασκόπησης για το μέλλον όλων των μορφών επιχειρήσεων ειρήνης των Ηνωμένων Εθνών», που πραγματοποιήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2025, έκανε την παρακάτω δήλωση, σε μετάφραση Αντώνη Βασιλείου :

***********************

«Κύριε Πρόεδρε,
Κατ’ αρχάς, επιτρέψτε μου να εκφράσω την ειλικρινή μας εκτίμηση προς τη Δημοκρατία της Κορέας για τη διοργάνωση αυτής της σημαντικής συζήτησης, καθώς και προς όλους τους εισηγητές για τις διεισδυτικές τους παρατηρήσεις.

Η Κύπρος ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη δήλωση που εκφωνήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα ήθελα να κάνω μερικές πρόσθετες παρατηρήσεις υπό την εθνική μου ιδιότητα.

Κύριε Πρόεδρε,
Η συζήτηση αυτή πραγματοποιείται σε μια κρίσιμη στιγμή, καθώς τα Ηνωμένα Έθνη προβαίνουν σε ανασκόπηση για το μέλλον όλων των μορφών ειρηνευτικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Εθνών.

Με βάση την έκκληση του Pact for the Future για προσαρμογή των ειρηνευτικών επιχειρήσεων ώστε να ανταποκρίνονται καλύτερα στις υφιστάμενες προκλήσεις και πραγματικότητες, είναι πρωτίστως απαραίτητο να επαναβεβαιώσουμε τις κοινές μας δεσμεύσεις προς τις αρχές που κατοχυρώνονται στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Από την ανάπτυξη της πρώτης ειδικής πολιτικής αποστολής και των ειρηνευτικών επιχειρήσεων το 1948, οι ειρηνευτικές επιχειρήσεις έχουν αναπτυχθεί, προσαρμοστεί και εξελιχθεί ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις διαφορετικών συγκρούσεων, πολυδιάστατων κρίσεων και πολύπλοκων προκλήσεων, διασχίζοντας τον δύσκολο δρόμο από τη σύγκρουση προς την ειρήνη.

Οι ειρηνευτικές επιχειρήσεις αποτελούν ένα εξαιρετικό παράδειγμα πολυμερισμού σε δράση, μηχανισμούς που είναι αναπόσπαστοι για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποτελεσματικότητα και η προσαρμοστικότητα των ειρηνευτικών επιχειρήσεων είναι πιο κρίσιμες από ποτέ.

Ενώ προχωρούμε στις ανασκοπήσεις των ειρηνευτικών επιχειρήσεων του ΟΗΕ και στην Ανασκόπηση της Αρχιτεκτονικής Οικοδόμησης Ειρήνης, παράλληλα με την πρωτοβουλία UN80, πρέπει να διασφαλίσουμε τη συνοχή και τη συνέπεια μεταξύ των διαφόρων ανασκοπήσεων, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν επηρεάζουν την ικανότητα των ειρηνευτικών επιχειρήσεων να εκπληρώνουν τις εντολές τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, επιτρέψτε μου να επισημάνω τρία σημαντικά σημεία:

Πρώτον, οι εντολές του Συμβουλίου Ασφαλείας πρέπει να τηρούνται πλήρως και να εφαρμόζονται. Συνεπώς, είναι επιτακτική ανάγκη το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών να παραμείνει στο επίκεντρο της αρχιτεκτονικής ειρήνης και ασφάλειας, καθώς φέρει την κύρια ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Δεύτερον, οι ειρηνευτικές επιχειρήσεις πρέπει να εδράζονται στις αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ, και το μέλλον των ειρηνευτικών επιχειρήσεων πρέπει να παραμένει επικεντρωμένο στη διασφάλιση του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τέλος, στην προσπάθειά μας να προσαρμόσουμε τις ειρηνευτικές επιχειρήσεις στις νέες πραγματικότητες, δεν πρέπει να χάνουμε από τα μάτια μας τις βασικές αρχές της ειρηνευτικής διαδικασίας: τη συναίνεση της Χώρας Υποδοχής και την αμεροληψία της ειρηνευτικής αποστολής.

Κύριε Πρόεδρε,
Η Κύπρος, ως χώρα υποδοχής ειρηνευτικών επιχειρήσεων, είναι πλήρως ενήμερη για την ανάγκη διατήρησης μιας δύναμης του ΟΗΕ που αποτρέπει την επανάληψη των εχθροπραξιών, ιδιαίτερα μπροστά στις συνεχώς εξελισσόμενες προκλήσεις. Η εντολή της ΔΗΕΚ (UNFICYP), όπως έχει συμφωνηθεί με τη Δημοκρατία της Κύπρου, στοχεύει στην τήρηση του Χάρτη, την εφαρμογή των σχετικών Αποφάσεων του ΣΑ του ΟΗΕ και λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στην εδραίωση των αποτελεσμάτων στρατιωτικής επιθετικότητας και παράνομης στρατιωτικής κατοχής, συμβάλλοντας στην αποκατάσταση του νόμου και της τάξης και εξασφαλίζοντας την επιστροφή σε κανονικές συνθήκες.

Κύριε Πρόεδρε,
Σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο, είναι προς κοινό μας συμφέρον να κάνουμε τις ειρηνευτικές επιχειρήσεις του ΟΗΕ κατάλληλες για τον σκοπό τους. Η ειρήνη είναι συλλογική προσπάθεια, και οι ειρηνευτικές επιχειρήσεις είναι ένα αναπόσπαστο εργαλείο για την οικοδόμηση ειρήνης και σταθερότητας, απαιτώντας κοινό όραμα, ισχυρή ενωμένη πολιτική στήριξη και επαρκή χρηματοδότηση.

Σας ευχαριστώ.»

******************

Η Τουρκία υπό την προσφιλή της μέθοδο, παρεμβαίνει με επιστολή της μετά από ένα μήνα, την 8η Οκτ. 2025, και ως Δούρειος Ίππος του παράνομου τουρκοκυπριακού μορφώματος, διαβιβάζει απάντηση στην πιο πάνω δήλωση που έκανε η αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πρέσβειρα Μαρία Μιχαήλ.

Ακολουθούν οι επιστολές της Τουρκίας και του παράνομου τουρκοκυπριακού μορφώματος, σε μετάφραση Αντώνη Βασιλείου, διευκρινίζοντας ότι ο γράφων δεν συμφωνεί με τις ορολογίες που περιλαμβάνονται σε αυτές.

*********************

Επιστολή με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου 2025 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα.

Έχω την τιμή να σας διαβιβάσω επιστολή με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου 2025, απευθυνόμενη σε εσάς από τον Murat Soysal, Αντιπρόσωπο της Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου (βλέπε παράρτημα).

Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή και το παράρτημά της μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, υπό το θέμα ημερήσιας διάταξης 40, και του Συμβουλίου Ασφαλείας.

(Υπογραφή)
Ahmet Yıldız
Πρεσβευτής
Μόνιμος Αντιπρόσωπος

Παράρτημα στην επιστολή με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου 2025 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα

Απαντώ στη δήλωση που έκανε ο Ελληνοκύπριος Αντιπρόσωπος κατά τη θεματική συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας σχετικά με το θέμα με τίτλο «Διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας», με θέμα «Το μέλλον των επιχειρήσεων ειρήνης: βασικά ζητήματα, ευκαιρίες και προκλήσεις στο πλαίσιο της ανασκόπησης για το μέλλον όλων των μορφών επιχειρήσεων ειρήνης των Ηνωμένων Εθνών», που πραγματοποιήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2025, η οποία, για ακόμη μία φορά, διαστρέβλωσε προκλητικά τα γεγονότα που αφορούν την Κύπρο.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά εκμεταλλεύεται εδώ και καιρό την απουσία της τουρκοκυπριακής πλευράς σε διεθνείς πλατφόρμες, προκειμένου να παραπλανήσει τη διεθνή κοινότητα και να αποσπάσει την προσοχή από τη μοναδική της ευθύνη για τη δημιουργία και τη συνέχιση του Κυπριακού ζητήματος. Συνεπώς, αναγκάζομαι να απαντήσω εγγράφως για να αποκατασταθεί η αλήθεια.

Στη συζήτηση, ο Ελληνοκύπριος Αντιπρόσωπος επέλεξε βολικά να μιλήσει για την ανάπτυξη της πρώτης πολιτικής αποστολής και της ειρηνευτικής επιχείρησης το 1948, αποφεύγοντας σκόπιμα να αναφερθεί στην ανάπτυξη της Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (ΔΗΕΚ / UNFICYP) το 1964. Όπως είναι γνωστό, η ΔΗΕΚ αναπτύχθηκε στο νησί ως αποτέλεσμα της εκστρατείας εθνοκάθαρσης που πραγματοποιήθηκε κατά του τουρκοκυπριακού πληθυσμού, το Σχέδιο Ακρίτας, με στόχο την επίτευξη της ένωσης, δηλαδή την προσάρτηση ολόκληρου του νησιού στην Ελλάδα. Αυτή η εκτεταμένη βία και οι επακόλουθες σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανάγκασαν το Συμβούλιο Ασφαλείας να αναπτύξει τη ΔΗΕΚ το 1964 για να σταματήσει τη σφαγή και τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν κατά του τουρκοκυπριακού πληθυσμού. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι παραπλανητικές παρατηρήσεις του Ελληνοκύπριου Αντιπροσώπου δεν περιλάμβαναν καμία αναφορά στην ανάπτυξη της ΔΗΕΚ, καθώς οι προαναφερθείσες πραγματικότητες θα ανεδείκνυαν τις νομικές και ιστορικές διαστρεβλώσεις της εκστρατείας παραπληροφόρησης της ελληνοκυπριακής πλευράς.

Σχετικά με τα σχόλια του Ελληνοκύπριου Αντιπροσώπου για τη συναίνεση της χώρας υποδοχής στις ειρηνευτικές αποστολές και τη θητεία της ΔΗΕΚ, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά αναμένει από τα Ηνωμένα Έθνη να ζητούν τη συναίνεσή μας σύμφωνα με την έκθεση Μπραχίμι για τις ειρηνευτικές επιχειρήσεις (2000), η οποία αναφέρει ότι «η συναίνεση των τοπικών μερών και η αμεροληψία […] πρέπει να παραμένουν οι θεμελιώδεις αρχές της ειρηνευτικής διαδικασίας». Δυστυχώς, η συναίνεση της Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου δεν ζητείται και δεν λαμβάνεται ακόμη σε αυτό το θέμα. Η συναίνεση που ζητείται και λαμβάνεται για την ετήσια παράταση της θητείας της ΔΗΕΚ από την αποκαλούμενη «Κυβέρνηση της Κύπρου» καλύπτει μόνο τις επιχειρήσεις της ΔΗΕΚ στη Νότια Κύπρο. Έχει έρθει η ώρα τα Ηνωμένα Έθνη να τηρήσουν τις δικές τους αρχές, καθώς η παρούσα πρακτική όχι μόνο αμφισβητεί την αμεροληψία της ΔΗΕΚ, αλλά και θέτει σε κίνδυνο τη «μετατροπή της σε μέρος της σύγκρουσης», όπως σωστά αναφέρεται στις «Ειρηνευτικές Επιχειρήσεις των Ηνωμένων Εθνών: Αρχές και Οδηγίες».

Επιπλέον, οι ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι παραπληροφορούν εδώ και καιρό τη διεθνή κοινότητα, παρουσιάζοντας το Κυπριακό ζήτημα ως «εισβολή» και «κατοχή». Στην πραγματικότητα, καμία από τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Κύπρο δεν περιγράφει την νόμιμη και δικαιολογημένη τουρκική παρέμβαση στο νησί, που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις Διεθνείς Συνθήκες της Κύπρου του 1959, ως «εισβολή», ούτε την επακόλουθη παρουσία της στο νησί ως «κατοχή». Αντιθέτως, οι δραματικές δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 19 Ιουλίου 1974 τεκμηριώνουν το αντίθετο: «Ήταν μια σαφής επίθεση από το εξωτερικό και μια κραυγαλέα παραβίαση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας της Κύπρου… Ήταν εισβολή που παραβίασε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας… Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας είναι εισβολή, και από τις συνέπειές του υποφέρει όλος ο λαός της Κύπρου, Έλληνες και Τούρκοι.» Όπως είναι γνωστό, η Χώρα Εγγυητής Τουρκία αναγκάστηκε να επέμβει μετά από 11 χρόνια κακουχιών των Τουρκοκυπρίων από τις ελληνοκυπριακές πολιτοφυλακές, που κορυφώθηκαν με το πραξικόπημα που οργάνωσε η στρατιωτική χούντα στην Αθήνα με συνεργούς τους Ελληνοκύπριους, με στόχο την προσάρτηση ολόκληρου του νησιού στην Ελλάδα (ένωση) με κάθε κόστος, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους εξόντωσης του τουρκοκυπριακού πληθυσμού. Η νόμιμη και δικαιολογημένη παρέμβαση της Χώρας Εγγυητή Τουρκίας όχι μόνο τερμάτισε κάθε είδους βία κατά των Τουρκοκυπρίων, αλλά και τη βία που ασκούσαν οι ελληνοκυπριακές πολιτοφυλακές κατά του ίδιου τους του λαού. Οι ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι γνωρίζουν πολύ καλά ότι η Χώρα Εγγυητής Τουρκία έφερε την ειρήνη στο νησί το 1974. Με βάση τις εμπειρίες του παρελθόντος και τις σημερινές ανθρώπινες δυστυχίες που προκαλούνται από πρόσφατες συγκρούσεις σε όλο τον κόσμο, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το σύστημα εγγυήσεων στην Κύπρο είναι πλέον πιο επίκαιρο και αναγκαίο από ποτέ.

Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή μπορούσε να κυκλοφορήσει ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, υπό το θέμα ημερήσιας διάταξης 40, και του Συμβουλίου Ασφαλείας.

(Υπογραφή)
Murat Soysal
Αντιπρόσωπος
Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

© 2026 Antonios L Vasileiou