
Το 1886 εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων και εξήλθε ως ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού στις 8 Αυγούστου του 1891.
Τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του καταγόμενου από το Βογατσικό της Μακεδονίας πολιτικού και πρώην υπουργού Εξωτερικών στις κυβερνήσεις του Χαρίλαου Τρικούπη, Στέφανου Δραγούμη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Ήταν ένας από τους αξιωματικούς που το 1894 συνέστησαν την Εθνική Εταιρεία, μια αλυτρωτική οργάνωση, της οποίας ήταν δραστήριο μέλος. Ως μέλος της Εθνικής Εταιρείας συμμετείχε στη διοργάνωση της εισβολής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Ελλήνων ατάκτων που προκάλεσε τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο οποίος έληξε με συντριπτική ήττα της Ελλάδας και βύθισε τον Μιχαήλ Μελά σε θανάσιμη θλίψη.

Μετά την αυτοδιάλυση της Εθνικής Εταιρείας το 1900 αναμίχθηκε στις μακεδονικές υποθέσεις, πεδίο ελληνοβουλγαρικού ανταγωνισμού, που απασχολούσαν όλα τα μέλη της οικογένειας Δραγούμη. Σε συνεργασία με τον γυναικάδελφό του Ίωνα Δραγούμη στάθηκε από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού Αγώνα, ενισχύοντας τις ελληνικές διεκδικήσεις με όπλα και άνδρες. Τον Μάρτιο του 1904, εν μέσω όξυνσης της εθνοθρησκευτικής διαμάχης στον απόηχο της εξέγερσης του Ίλιντεν, ήταν ένας από τέσσερεις Έλληνες αξιωματικούς που στάλθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση στη δυτική Μακεδονία για να πραγματοποιήσουν μια αναγνωριστική περιοδεία, η οποία κατέληξε σε αντικρουόμενα αποτελέσματα αναφορικά με τη σκοπιμότητα αποστολής ένοπλων σωμάτων από την Ελλάδα.

Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897, ο Μελάς αναμίχθηκε έντονα στις μακεδονικές υποθέσεις. Όσο ενισχυόταν το βουλγαρικό εθνικό κίνημα, στις διεκδικήσεις του εντάχθηκαν και περιοχές θεωρούνταν «ιστορικές ελληνικές χώρες», όπως η Μακεδονία, που για τους Έλληνες συνδεόταν αναπόφευκτα με την νεοελληνική εθνική ταυτότητα, καθώς αυτή είχε συγκροτηθεί με αναφορά στην κλασική αρχαιότητα. Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 θορύβησε το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο με αποτέλεσμα το μακεδονικό ζήτημα να μετατραπεί στο σημαντικότερο ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Μήλο της έριδας μεταξύ των αντιδιεκδικητών της περιοχής υπήρξαν πρωτίστως οι σλάβοι της Μακεδονίας, που επικρατούσαν στην ύπαιθρο της μακεδονικής ενδοχώρας. Προξενώντας μία πρωτοφανή για την περιοχή εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα, οι διεκδικητές της Μακεδονίας επιδόθηκαν σε έναν ανταγωνισμό για τον έλεγχο των εκκλησιών και των κοινοτικών σχολείων, όπου, πέρα από τη διδασκαλία της γλώσσας, διαμορφωνόταν η εθνική ταυτότητα.
Το 1893 ιδρύθηκε η ΕΜΕΟ, μία βουλγαρομακεδονική επαναστατική οργάνωση, που αποσκοπούσε στο να γίνει η Μακεδονία αυτόνομη και που προσανατολίστηκε στην προετοιμασία μιας ένοπλης εξέγερσης και στην οικοδόμηση ενός παράλληλου κράτους στα σλαβικά χωριά της Μακεδονίας, χρησιμοποιώντας ένοπλες ομάδες και τρομοκρατικές μεθόδους για να εδραιώσει τη βάση της, με αποτέλεσμα μέχρι τις αρχές του αιώνα να έχει αποκτήσει σημαντικά ερείσματα στην περιοχή.

Για την ελληνική κυβέρνηση, η εξέγερση του Ίλιντεν τον Ιούλιο του 1903, αποκορύφωμα της δράσης της ΕΜΕΟ, έκρουσε τον κώδωνα του κίνδυνου να προσαρτηθεί η Μακεδονία στη Βουλγαρία. Δυσανασχετώντας με τους αργούς ρυθμούς της διπλωματίας και τις επιφυλακτικές κινήσεις του ελληνικού ΥπΕξ και αμφισβητώντας την καταλληλότητα των συνταγματικών κοινοβουλευτικών θεσμών της Ελλάδας να επιτύχουν τις εθνικές επιδιώξεις, τον Οκτώβριο ο Ίων Δραγούμης έγραψε στον Μελά από τη νέα θέση του, τις Σέρρες, ζητώντας του να είναι σε ετοιμότητα για να κινηθεί στρατιωτικά, εναντίον των Βουλγάρων στη Μακεδονία.
Τον Ιούλιο του 1904 επισκέφθηκε ιδιωτικά την Κοζάνη και τη Σιάτιστα και αποφάσισε να αναλάβει αντάρτικη δράση στην περιοχή. Τον Αύγουστο ορίστηκε από το νεοϊδρυθέν Μακεδονικό Κομιτάτο αρχηγός των ελληνικών ομάδων στην περιοχή Καστοριάς και Μοναστηρίου και εισήλθε για τρίτη φορά στην οθωμανοκρατούμενη τότε περιοχή της Μακεδονίας, αυτή τη φορά επικεφαλής ένοπλου σώματος με το επιχειρησιακό ψευδώνυμο «Μίκης Ζέζας».

Με τους άνδρες του περιόδευσε σε ετερόγλωσσα χωριά της περιοχής καταδιώκοντας κομιτατζήδες της βουλγαρομακεδονικής ΕΜΕΟ, πειθαναγκάζοντας εξαρχικούς σλαβόφωνους να επιστρέψουν στο Πατριαρχείο και οργανώνοντας με πόρους του Κομιτάτου ένα δίκτυο υποστηρικτικό της δράσης των ελληνικών σωμάτων.

Ενώ βρισκόταν στο σλαβόφωνο χωριό Στάτιτσα ή Στάτιστα της Καστοριάς, επιδιώκοντας να συναντηθεί με την ανταρτοομάδα των Καούδη και Κύρου, το σώμα του δέχτηκε επίθεση από ένα απόσπασμα του οθωμανικού στρατού, που παραπλανημένο από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο νόμιζε ότι επιτίθεται σε ομάδα της ΕΜΕΟ. Ο Μελάς τραυματίστηκε από έναν πυροβολισμό και πέθανε υπό ομιχλώδεις συνθήκες. Μετά από περιπετειώδη πορεία η αποτμηθείσα κεφαλή του ενταφιάστηκε τελικά μαζί με το σώμα του στην Καστοριά, ενώ οι ακριβείς περιστάσεις του θανάτου του συσκοτίστηκαν.

Αν και η αντάρτικη δράση του Μελά στη Μακεδονία δεν είχε σημαντικά άμεσα αποτελέσματα, όμως ο θάνατος του γνωστού μεγαλοαστού αξιωματικού ως άτακτου «κλέφτη»-ελευθερωτή συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη και έστρεψε την προσοχή της στον Μακεδονικό Αγώνα, ως το θρυλικό σύμβολο του οποίου και καθιερώθηκε. Η μορφή του συνδέθηκε με την εθνικοφροσύνη των μέσων του 20ού αιώνα και αναπλάστηκε σε πεζογραφήματα κυρίως των οικείων του και στον κινηματογράφο. Στην Ελλάδα τιμάται ως ήρωας, συνδεδεμένος με την ελληνικότητα της Μακεδονίας, και το όνομά του έχει δοθεί στο χωριό της Καστοριάς όπου σκοτώθηκε και σε ένα δήμο στη Θεσσαλονίκη.
Παύλος Μελάς :
Φωτογραφίες και κατάθεση στεφάνων από παλαιότερη εκδήλωση.


