Ο βαθύπλουτος Έλληνας που ζούσε σαν ασκητής και τα έδωσε όλα στην πατρίδα του.


Ο Ζώης Καπλάνης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού ευεργετισμού στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Η δράση και η προσφορά του συνδέθηκαν άρρηκτα με την παιδεία, τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό και την πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου Ελληνισμού.

Ο Ζώης Καπλάνης γεννήθηκε το 1736 στο Γραμμένο Ιωαννίνων, μια πόλη με έντονη πνευματική και εμπορική δραστηριότητα. Όπως πολλοί Ηπειρώτες της εποχής του, μετανάστευσε σε νεαρή ηλικία στη Ρωσία, όπου εγκαταστάθηκε στη Μόσχα και δραστηριοποιήθηκε με επιτυχία στο εμπόριο. Χάρη στην εργατικότητα και τη διορατικότητά του, απέκτησε μεγάλη περιουσία, την οποία δεν θεώρησε ποτέ προσωπικό προνόμιο, αλλά μέσο προσφοράς στο έθνος του.

Ό,τι έκανε ο Καπλάνης, το έκανε με μια απροσχημάτιστη απλότητα και ανιδιοτέλεια που πιστοποιήθηκε από τόσους και τόσους που έλαβαν το ζεστό άγγιγμά του. Ήταν φυσικότατο γι’ αυτόν να βοηθά οικονομικά τους φτωχούς ομογενείς και ιδιαίτερα τους συντοπίτες του, ήδη από τις πρώτες ημέρες της εγκατάστασής του στη Μόσχα.

Η ηθική αυτή επιταγή θα γενικευτεί λίγο αργότερα και θα περιλαμβάνει πια όλους τους ανθρώπους, αν και ο νόστος για τα πατρώα εδάφη θα τον κάνει να στραφεί σύντομα στην Ελλάδα. Η πρώτη του φανερή δωρεά είχε εξάλλου ελληνικό άρωμα: καταθέτει ένα τεράστιο ποσό στο Αυτοκρατορικό Ορφανοτροφείο της Μόσχας το 1797, 10.000 ρούβλια, και παραγγέλνει οι τόκοι του ποσού να κατευθύνονται κάθε χρόνο στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων.

Την επόμενη χρονιά, ανέλαβε τη λειτουργία και τη συντήρηση των διδακτηρίων της Μαρουτσαίας Σχολής στα Γιάννενα, την οποία εφοδίασε με βιβλία και επιστημονικά όργανα. Τον ίδιο χρόνο, σηκώνει νέο κτίριο στη σχολή, πιο μεγάλο και με σημαντική βιβλιοθήκη, το οποίο θα πάρει αργότερα το όνομά του και θα γίνει το έργο της ζωής του. Ταυτόχρονα, θέτει την Καπλάνειο Σχολή στην κηδεμονία της Εκκλησίας, κατοχυρώνοντάς την με πατριαρχικό σιγίλιο. Τοποθετεί σχολάρχη τον επιφανή και προοδευτικό δάσκαλο Αθανάσιο Ψαλίδα, καθιερώνει πρωτοποριακό για την εποχή πρόγραμμα σπουδών και καταφέρνει να μετατρέψει το σχολείο του σε ένα από τα λίκνα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, αλλά και λαμπρό κέντρο εθνεγερσίας για τον υπόδουλο ελληνισμό. Η σχολή κάηκε το 1821, ξαναχτίστηκε ωστόσο το 1926 και λειτουργεί μέχρι και σήμερα ως σχολικό συγκρότημα.

Ο Καπλάνης δεν σταμάτησε όμως εδώ, αφού στην πραγματικότητα τώρα ξεκινούσε. Ανάμεσα στις πολυπληθείς δωρεές του συγκαταλέγονται η ενίσχυση της Ελληνικής Σχολής της Πάτμου και της Αθωνιάδας Σχολής του Αγίου Όρους, η αποστολή χρημάτων στον Πανάγιο Τάφο και στο Σιναίο Όρος στην Ιερουσαλήμ, η προίκιση άπορων κοριτσιών των Ιωαννίνων, η βελτίωση των συνθηκών στις φυλακές της ηπειρώτικης πρωτεύουσας.

Ταυτοχρόνως, καταθέτει εφάπαξ οικονομική βοήθεια στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, συντηρώντας παράλληλα πλήθος εκκλησιών και μοναστηριών στην Ελλάδα. Όταν δεν ασχολείται με τις επιχειρήσεις του, περνά τον καιρό του σχεδιάζοντας προσεκτικά την επόμενη αγαθοεργία του, κι αυτό θα γίνει το μοτίβο της λιτής ζωής του στην τελευταία δεκαετία του.

Τέσσερις μήνες μάλιστα πριν από τον θάνατό του, αισθανόμενος τις δυνάμεις να τον εγκαταλείπουν από τη μακροχρόνια ασθένεια που τον ταλαιπωρεί, αποφασίζει να συντάξει τη διαθήκη του. Μέσω των εικοσιπέντε άρθρων τής με ημερομηνία 15 Αυγούστου 1806 διαθήκης του, παραχωρεί μερικές ακόμα χιλιάδες ρούβλια για την κοινωνική μέριμνα, την εκπαίδευση και τη φροντίδα των Ελλήνων.

Ορίζει μάλιστα ρητά να κατατίθενται «αιωνίως», όπως λέει, χρηματικά ποσά για να προικίζονται τα άπορα κορίτσια των Ιωαννίνων αλλά και να επιβιώνουν οι άποροι και οι κατατρεγμένοι Ηπειρώτες. Τα 188.000 ρούβλια που διέθεσε συνολικά ήταν ένα πραγματικά τεραστίων διαστάσεων ποσό. Είπαν μετά πως ξόδεψε τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής για την πατρίδα. Και το σχολείο του βέβαια, το μεγάλο του μέλημα, στο οποίο και κατευθύνθηκε το 73% της περιουσίας του.

   Η Καπλάνειος Σχολή του «Γλυκοζώη», όπως τον αποκαλούσαν τώρα για τη δυναμική φιλανθρωπική του δράση, ήταν το έργο της ζωής του. Πέρα από τη λειτουργία της και την οικονομική ενίσχυση των φτωχών μαθητών, ο Καπλάνης προέβλεψε ακόμα και τη μισθοδοσία τριών καθηγητών ξένων γλωσσών. Τον ενδιέφερε να εξασφαλίσει τη διάρκεια και τον αντίκτυπο της Σχολής για τον φωτισμό του ελληνικού γένους, γι’ αυτό και τοποθέτησε διευθυντή τον λόγιο Ψαλίδα, κορυφαίο εκπρόσωπο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο οποίος με την προοδευτικότητα, την ελευθεροφροσύνη και τον παιδαγωγικό του ζήλο εγκαινίασε μια νέα εποχή άνθησης της παιδείας στον τόπο μας. Ο Ψαλίδας διηύθυνε την Καπλάνειο επί 15 ολόκληρα χρόνια και την κατέστησε το ανώτερο εκπαιδευτήριο του ελλαδικού χώρου, θέτοντας τις βάσεις για την αναγέννηση του έθνους.

Ο Ζώης Καπλάνης έφυγε από τον κόσμο στις 20 Δεκεμβρίου 1806 και ενταφιάστηκε σε μοναστήρι του Ντονσκόι. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, εκδόθηκε στη Μόσχα η ρωσική βιογραφία του, αφού άφησε και εκεί σοβαρό φιλανθρωπικό έργο. Τα «Σπάνια έργα ευποιίας του Ζώη Καπλάνη» μεταφράστηκαν αργότερα στα ελληνικά.

Ο μεγάλος Ηπειρώτης ήταν ο πρώτος που έλαβε επισήμως τον τίτλο του εθνικού ευεργέτη και γράφτηκε με χρυσά γράμματα στον μακρύ κατάλογο των μεγάλων ανθρωπιστών και πατριωτών που άλλαξαν το πρόσωπο του τόπου μας…

Ο Ζώης Καπλάνης κατατάσσεται δικαίως στους μεγάλους εθνικούς ευεργέτες του Ελληνισμού. Το όνομα του παραμένει συνδεδεμένο με την πνευματική άνθηση των Ιωαννίνων και με το διαχρονικό μήνυμα ότι η παιδεία και η ανιδιοτελής προσφορά αποτελούν τα ισχυρότερα θεμέλια για την πρόοδο ενός λαού.

Στον τάφο του είναι χαραγμένο:

«Όλην του την κατάσταση έθυσε μ’ ευκαρδίαν
για φωτισμό Πατρίδος του και για φιλοπτωχίαν»

 

 


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

© 2026 Antonios L Vasileiou