Μια σύντομη ιστορία της Ρωσίας και της Ουκρανίας.


Άρθρο του Αντιστρατήγου (ε.α.) Αντώνη Βασιλείου*.

Τον Ιούλιο του 2021 ο Βλαντίμιρ Πούτιν δημοσίευσε ένα δοκίμιο με επιχειρήματα που αργότερα θα χρησιμοποιούσε για να δικαιολογήσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Σε αυτό «έτρεξε» μέσα από 1.000 χρόνια ιστορίας για να υποστηρίξει ότι οι Ρώσοι και οι Ουκρανοί είναι ένας λαός, σκληρά διαιρεμένος από «εξωτερικές δυνάμεις» με «αντιρωσική» ατζέντα. Ο πόλεμος του Πούτιν υποτίθεται ότι θα διόρθωνε αυτό το «λάθος». Τριάμισι χρόνια μετά, η Ρωσία ελέγχει σχεδόν το 20% του ουκρανικού εδάφους. Στις 15 Αυγούστου ο Πούτιν συναντήθηκε με τον Ντόναλντ Τράμπ στην Αλάσκα για να συζητήσουν πιθανή εκεχειρία. Συμφωνία δεν επιτεύχθηκε, αλλά Αμερικανοί ηγέτες έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι «ανταλλαγές εδαφών» ίσως αποτελέσουν μέρος μιας μελλοντικής συμφωνίας.

Υπάρχει κάποια δόση αλήθειας στον ισχυρισμό του Πούτιν ότι η Ουκρανία και η Ρωσία είναι συγγενείς χώρες, όπως δείχνουν οι παρακάτω χάρτες. Ανοησία όμως είναι ο ισχυρισμός ότι ο χωρισμός τους σε δύο κράτη είναι αποτέλεσμα κάποιου εξωτερικού σχεδίου, επιβεβλημένου στους Ουκρανούς παρά τη θέλησή τους.

Για τον Πούτιν, η καταγωγή της Ρώσο-ουκρανικής ταυτότητας είναι η Κιεβινή Ρως, μια συνομοσπονδία πριγκιπάτων που διήρκεσε από τα τέλη του 9ου έως τα μέσα του 13ου αιώνα (βλ. χάρτη 1). Το κέντρο της ήταν το Κίεβο, σημερινή πρωτεύουσα της Ουκρανίας. Οι ηγεμόνες της ήταν οι Ρως, Σκανδιναβοί Βίκινγκς που σταδιακά κυριάρχησαν στην περιοχή και συγχωνεύτηκαν με τους τοπικούς σλαβικούς πληθυσμούς. («Ρως» είναι η ρίζα της λέξης «Ρωσία».) Όσον αφορά την πολιτική και πολιτισμική παράδοση, η Κιεβινή Ρως είναι πράγματι το λίκνο της Ρωσίας και της Ουκρανίας, όπως και της σημερινής Λευκορωσίας. Επρόκειτο για έναν εκλεπτυσμένο ευρωπαϊκό πολιτισμό με ρίζες στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και τη χριστιανική ορθοδοξία της.

Τον 11ο αιώνα όμως, η Κιεβινή Ρως άρχισε να κατακερματίζεται σε ημιαυτόνομα πριγκιπάτα (βλ. χάρτη 2). Ανάμεσά τους ήταν η Γαλικία-Βολυνία, που κάλυπτε τμήματα της σημερινής Ουκρανίας και Λευκορωσίας, το Νόβγκοροντ στη βορειοδυτική σημερινή Ρωσία, και το Βλαντίμιρ-Σούζνταλ στη δυτική Ρωσία. Το 1240 η Μογγολική αυτοκρατορία πολιόρκησε το Κίεβο, καταστρέφοντας ό,τι είχε απομείνει από την Κιεβινή Ρως ως ενιαία οντότητα.

Όταν η Μογγολική αυτοκρατορία και οι διάδοχοί της άρχισαν να παρακμάζουν τον 14ο αιώνα, ανταγωνιστικά κράτη αναδύθηκαν για να καλύψουν το κενό. Στην ανατολή, η ισχύς συγκεντρώθηκε τελικά στη Μόσχα, οδηγώντας στη δημιουργία του Μεγάλου Πριγκιπάτου της Μοσχοβίας. Στη δύση, το Βασίλειο της Πολωνίας και το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας ενώθηκαν το 1569 για να σχηματίσουν την Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία.

Το 1648 οι Κοζάκοι, άποικοι της στέπας που οργανώθηκαν σε πειθαρχημένες στρατιωτικές μονάδες, ηγήθηκαν εξέγερσης κατά της Κοινοπολιτείας. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία του δικού τους κράτους, του Ετεμανάτου (βλ. χάρτη 3). Πολλοί Ουκρανοί θεωρούν το Ετεμανάτο ως την απαρχή της ταυτότητάς τους ως ανεξάρτητου κράτους. Οι αρχικές κοζακικές γαίες συχνά αποκαλούνταν «Ουκρανία», σλαβική λέξη που σημαίνει «μεθόριος».

Οι πρώιμοι Κοζάκοι πολεμιστές ασκούσαν μια περιορισμένη μορφή δημοκρατίας, σε αντίθεση με το απολυταρχικό καθεστώς της Μοσχοβίας. Το γεγονός ότι το Ετεμανάτο δημιουργήθηκε ως πράξη αντίστασης απέναντι σε μεγαλύτερες γειτονικές δυνάμεις είναι μια ιστορία που αντηχεί με τους Ουκρανούς και σήμερα. Τον 19ο αιώνα, η λαϊκή μνήμη του κοζακικού κράτους ενέπνευσε την εμφάνιση του ουκρανικού πολιτισμικού εθνικισμού.

Ωστόσο, το κράτος των Κοζάκων πέρασε δύσκολες στιγμές. Το 1654, απειλούμενοι από τους Πολωνούς και τους Οθωμανούς, οι κοζακικοί ηγέτες ορκίστηκαν πίστη στον τσάρο της Μοσχοβίας. Λίγες δεκαετίες αργότερα διανοούμενοι στο Κίεβο συνέγραψαν ένα από τα παλαιότερα κείμενα που έθεταν τις βάσεις ενός «Σλάβο-Ρωσικού» έθνους. Επιδίωκαν να πείσουν τον τσάρο να τους υπερασπιστεί, όχι μόνο λόγω της κοινής ιστορίας και ορθόδοξης πίστης, αλλά και στο όνομα μιας εθνο-εθνικής ενότητας.

Στα τέλη του 17ου αιώνα η επικράτεια του Ετεμανάτου είχε διαιρεθεί στα δύο: η Μοσχοβία έλεγχε την ανατολική όχθη του Δνείπερου, ενώ η Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία την δυτική. Το 1708 ο Ιβάν Μαζέπα, ηγέτης των Κοζάκων, ηγήθηκε αποτυχημένης εξέγερσης κατά του Τσάρου Πέτρου του Μεγάλου. (Η Ρωσία θεωρεί τον Μαζέπα προδότη, ενώ στην Ουκρανία είναι ήρωας.) Ο Πέτρος έγινε στη συνέχεια ο πρώτος αυτοκράτορας της Ρωσίας το 1721.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, η Ρωσική αυτοκρατορία, με τη βοήθεια της Αυστρίας και της Πρωσίας, διέλυσε την Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία. Οι Ρώσοι κατέλαβαν επίσης εδάφη στη νότια Ουκρανία από τους Οθωμανούς, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας, η οποία προσαρτήθηκε το 1783 από την Αικατερίνη τη Μεγάλη. Εκείνη επέβλεψε και την τελική διάλυση του Ετεμανάτου.

Λίγο πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ρωσική αυτοκρατορία εκτεινόταν από τη Θάλασσα της Ιαπωνίας ως τη Βαλτική (βλ. χάρτη 4).

Το 1917, αποδυναμωμένη από τον πόλεμο, η Ρωσία γνώρισε δύο επαναστάσεις. Η πρώτη ανέτρεψε τη δυναστεία των Ρομανώφ. Η δεύτερη ήταν η κατάληψη της εξουσίας από τον Βλαντίμιρ Λένιν και τους Μπολσεβίκους. Στο Κίεβο ιδρύθηκε η Ουκρανική Λαϊκή Δημοκρατία (ΟΛΔ), αρχικά σε ένωση με τη Ρωσία. Τον Ιανουάριο του 1918 η ΟΛΔ κήρυξε ανεξαρτησία. Τελικά ο Λένιν την κατέλαβε με τη βία. Ωστόσο, η ισχύς της ουκρανικής εθνικής ταυτότητας τον ανάγκασε να δημιουργήσει μια σοσιαλιστική ουκρανική δημοκρατία και να επιτρέψει τη χρήση της ουκρανικής γλώσσας. Το 1922 η Ουκρανία έγινε ένα από τα τέσσερα ιδρυτικά μέλη της ΕΣΣΔ.

Η ουκρανική επικράτεια επεκτάθηκε στη σοβιετική περίοδο. Με βάση το σύμφωνο μη επίθεσης ΕΣΣΔ-Ναζί (1939), η Ουκρανία απέκτησε εδάφη που προηγουμένως ανήκαν στην Πολωνία. Το 1954 η Κριμαία μεταφέρθηκε διοικητικά από τη Σοβιετική Ρωσία στην Ουκρανία.

Αλλά η Ουκρανία υπέφερε τρομερά. Τη δεκαετία του 1930 η πολιτική της βίαιης κολεκτιβοποίησης του Στάλιν προκάλεσε τον Λιμό (Χολοντομόρ), που σκότωσε 3-7 εκατομμύρια Ουκρανούς. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ουκρανία βρέθηκε στο κέντρο των «αιματοβαμμένων χωρών», όπως τις αποκάλεσε αργότερα ο ιστορικός Timothy Snyder, με τα εγκλήματα τόσο των Ναζί όσο και των Σοβιετικών. Η συνεργασία ορισμένων Ουκρανών εθνικιστών με τους Ναζί χρησιμοποιείται σήμερα από τον Πούτιν για να ισχυρίζεται ότι η σημερινή Ουκρανία κυβερνάται από «φασίστες». Τον Απρίλιο το 1986, στα τελευταία χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, συνέβη το Τσερνόμπιλ, το χειρότερο πυρηνικό ατύχημα στην ιστορία. Η καταστροφή και η συγκάλυψη εξόργισαν ακόμη περισσότερο τους Ουκρανούς απέναντι στη Μόσχα.

Τη δεκαετία του 1980 ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ προσπάθησε να μεταρρυθμίσει την ΕΣΣΔ με τη «διαφάνεια» (γκλάσνοστ) και την «αναδιάρθρωση» (περεστρόϊκα). Οι λαοί της Ανατολικής Ευρώπης εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να απαιτήσουν ελευθερία. Το 1991 η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε, φέρνοντας ανεξαρτησία στα 15 κράτη-δημοκρατίες της (βλ. χάρτη 6). Ο Πούτιν έχει χαρακτηρίσει αυτήν την κατάρρευση «τη μεγαλύτερη γεωπολιτική τραγωδία του 20ού αιώνα».

Η Ουκρανία βρέθηκε ξαφνικά να διαθέτει το τρίτο μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο. Το 1994 συμφώνησε να αποπυρηνικοποιηθεί με αντάλλαγμα διαβεβαιώσεις ασφάλειας από την Αμερική, τη Βρετανία και τη Ρωσική Ομοσπονδία. (Η Ουκρανία επικαλέστηκε αυτή τη συμφωνία, γνωστή ως Μνημόνιο της Βουδαπέστης, για να ζητήσει βοήθεια από την Αμερική και τη Βρετανία παραμονές της εισβολής της Ρωσίας τον Φεβρουάριο του 2022.)

Το 2004-05 η «Πορτοκαλί Επανάσταση» ανέδειξε τις δημοκρατικές φιλοδοξίες της Ουκρανίας. Χιλιάδες διαδήλωσαν ενάντια σε νοθευμένες εκλογές που ανέδειξαν φιλορώσο υποψήφιο. Οι δημοκρατικές τάσεις φάνηκαν ακόμη πιο καθαρά στην Επανάσταση του Μαϊντάν (2013-14), όταν ο πρόεδρος Βίκτορ Γιανουκόβιτς αρνήθηκε να υπογράψει συμφωνία σύνδεσης με την ΕΕ. Μαζικές διαδηλώσεις τον ανάγκασαν να φύγει στη Ρωσία και η νέα κυβέρνηση υπέγραψε τη συμφωνία, εξοργίζοντας τον Πούτιν.

Η απάντηση του Πούτιν στο Μαϊντάν σηματοδότησε τις πρώτες στρατιωτικές εισβολές της Ρωσίας στην ανεξάρτητη Ουκρανία. Το 2014 η Μόσχα προσάρτησε παράνομα την Κριμαία και υποστήριξε αυτονομιστές στο Ντονμπάς (βλ. χάρτη 7). Στη διάρκεια της σύγκρουσης, πριν την πλήρους κλίμακας εισβολή το 2022, είχαν σκοτωθεί ήδη πάνω από 14.000 άνθρωποι. Δυστυχώς ο πόλεμος συνεχίζεται.

Με πληροφορίες από : The Economist

* Ο Αντώνης Βασιλείου είναι Αντιστράτηγος ΜΧ (εα), Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός, MSc Επιχειρησιακός Ερευνητής, τ. Σύμβουλος ΟΑΣΕ επί Συμβατικών Εξοπλισμών και τ. Μελετητής των Συστημάτων Διοικήσεως και Ελέγχου Πληροφοριών του ΝΑΤΟ.

 


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

© 2026 Antonios L Vasileiou