Περίμενα τέτοια είδηση. Δεν τον έστειλα ούτε να σπουδάσει, ούτε για ταξίδι. Τον έστειλα στον πόλεμο.


Ο Κώστας Λοΐζου γεννήθηκε στο χωριό Μαραθόβουνος, της επαρχίας Αμμοχώστου, στις 7 Σεπτεμβρίου 1935 και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1958 στο χωριό Κάμπος, της επαρχίας Λευκωσίας, από σοβαρά εγκαύματα που έπαθε σε επίθεση της ανταρτικής ομάδας του εναντίον του αστυνομικού σταθμού Κάμπου.

Ο Κώστας Λοΐζου φοίτησε στο δημοτικό σχολείο του Μαραθόβουνου και εργαζόταν ως σιδηρουργός στη Λευκωσία. Με την έναρξη του αγώνα εντάχθηκε από τους πρώτους στην ΕΟΚΑ.

Στο εργαστήριo του, στη Λευκωσία, κατασκεύαζε βόμβες για την οργάνωση ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος έγινε μέλος ομάδας κρούσεως και πήρε μέρος σε διάφορες βομβιστικές και άλλες επιθέσεις κατά των Άγγλων. Ο Κώστας Λοΐζου είχε κατασκευάσει και τη βόμβα που τοποθετήθηκε κάτω από το κρεβάτι του στρατάρχη Χάρτιγκ στο κυβερνείο, που ανακαλύφθηκε πριν εκραγεί.

Αργότερα κατατάχθηκε σε ομάδα εκτελεστικού στη Λευκωσία και συνεργαζόταν κυρίως με τους ήρωες Στέλιο Μαυρομμάτη και Σταύρο Στυλιανίδη. Η περιοχή στην οποία δρούσαν, στο κέντρο της Λευκωσίας, ονομάστηκε αργότερα από τους Άγγλους «μίλι του θανάτου», λόγω των πολλών εκτελέσεων στρατιωτών που είχαν γίνει εκεί.

Ο Κώστας Λοΐζου αποφοίτησε από το δημοτικό σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια ήλθε στη Λευκωσία όπου άρχισε να εργάζεται ως μαθητευόμενος υδραυλικός. Αργότερα άνοιξε δικό του μαγαζί στην πρωτεύουσα. Μυήθηκε κι εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ από τους πρώτους και υπηρέτησε τον αγώνα κατά διάφορους τρόπους. Στο εργαστήριό του, στη Λευκωσία, κατασκεύαζε βόμβες για την οργάνωση ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος έγινε μέλος ομάδας κρούσεως και πήρε μέρος σε διάφορες βομβιστικές και άλλες επιθέσεις κατά των Άγγλων. Ο Κώστας Λοΐζου είχε κατασκευάσει και τη βόμβα που τοποθετήθηκε κάτω από το κρεβάτι του στρατάρχη Χάρτιγκ* στο κυβερνείο αλλά που ανακαλύφθηκε πριν εκραγεί.

Στα τέλη Απριλίου – αρχές Μαΐου του 1956, μετά από ανεπιτυχή απόπειρα εκτέλεσης ενός προδότη, ο Κώστας Λοΐζου υποχρεώθηκε να καταφύγει στα βουνά του Κύκκου, στο λημέρι του Μάρκου Δράκου, στην περιοχή «Τρουλινός» του χωριού Καλοπαναγιώτης. Έκτοτε τον καταζητούσαν οι Άγγλοι, που τον είχαν επικηρύξει για 5.000 λίρες. Μετά το θάνατο του Μάρκου Δράκου, και συγκεκριμένα από το Μάρτιο του 1958, ο Κώστας Λοΐζου ορίστηκε από το Διγενή αρχηγός ανταρτικής ομάδας και κατέφυγε στην περιοχή «Αβρουλιές» του χωριού Κάμπος, όπου κατασκεύασε ορεινό κρησφύγετο. Έδρασε ως αντάρτης για είκοσι εννέα μήνες και υπέφερε πολλά δεινά, κακουχίες και καταδιώξεις. Επέφερε όμως και πολλά πλήγματα κατά του εχθρού, σε ενέδρες και μάχες.

Την 1η Οκτωβρίου του 1958 ο Κώστας Λοΐζου ηγήθηκε επιθέσεως ομάδας ανταρτών κατά του αστυνομικού σταθμού του Κάμπου, με σκοπό να τον πυρπολήσουν. Η βενζίνη όμως που έχυσε μέσα στον αστυνομικό σταθμό, άναψε ξαφνικά από τη φλόγα μιας σόμπας και ο ήρωας έπαθε πολύ σοβαρά εγκαύματα. Κρύφτηκε από τους συναγωνιστές του σε σπίτι στο χωριό Κάμπος, όπου τον επεσκέφθη μια νοσοκόμα κι ένας γιατρός. Η μεταφορά του στη Λευκωσία ή αλλού για καλύτερη ιατρική φροντίδα καθυστερούσε γιατί έπρεπε να γίνει κρυφά. Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες της αγωνίστριας νοσοκόμας του Παναγιώτας Πιτσιλλίδου, ο Κώστας Λοΐζου πέθανε την 26η Οκτωβρίου, ύστερα από είκοσι πέντε οδυνηρές μέρες.

Σε αφήγηση τους η Δέσποινα και η Ανδρούλα Ζαχαρίου ανέφεραν για τις τελευταίες στιγμές του Κώστα Λοϊζου: Εμοιαζε με δένδρο καμένο και μαυρισμένο. Είχε φουσκώσει ολόκληρο το κορμί του. Τα χέρια του ήσαν χωρίς δέρμα. Δεν υπήρχαν ούτε μαλλιά, ούτε φρύδια, ούτε ματόκλαδα. Τα μάτια του φουσκωμένα δεν έβλεπαν. Όταν προσπαθούσαμε να του δώσουμε θάρρος κι ελπίδα μας απαντούσε: «Δεν είναι φόβος δεσποινίδες, είναι πόνος». Ποτέ δεν κυριευόταν από φόβο. Μια έγνοια είχε που τον έκαμνε να μην κοιμάται. Μήπως και συλληφθεί από τον εχθρό χωρίς να μπορέσει να προβάλει αντίσταση. Γι’ αυτό και κάλεσε πιστό παλικάρι της ομάδας του, από τον Πύργο, να είναι πάντοτε κοντά του ένοπλος. Επιθυμία του ήταν αν προδοθεί να τον σκοτώσει για να μη συλληφθεί ζωντανός.

Ο θάνατος του κρατήθηκε μυστικός μέχρι το τέλος του αγώνα, οπότε έγινε ανακομιδή του λειψάνου του και τάφηκε με τιμές στο χωριό του, δίπλα στο μακρινό του ξάδελφο Μάκη Γεωργάλλα.

Οι γονείς του Λοΐζος Καραγιώργη και Ιωάννα Σακκά, δεν γνώριζαν για το θάνατο του. Η μητέρα του όταν το πληροφορήθηκε τελικά απάντησε:  Γιατί να μη μου το πουν. Περίμενα και τέτοια είδηση. Δεν τον έστειλα ούτε να σπουδάσει, ούτε για ταξίδι. Τον έστειλα στον πόλεμο.

Αιωνία η μνήμη του παλληκαριού.

 

 


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

© 2026 Antonios L Vasileiou