Άρθρο του Αντιστρατήγου ε.α. (ΜΧ) Αντώνη Βασιλείου*
Οι Επιπτώσεις της Απουσίας Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και Μακρόπνοου Στρατηγικού Σχεδιασμού στη Σύγχρονη Κρατική Ισχύ της Ελλάδος.
Εισαγωγή
Στο διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον ασφαλείας, όπου οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, οι υβριδικές απειλές, οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι πολυδιάστατες κρίσεις αλληλοεπιδρούν με πρωτοφανή ταχύτητα, η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού μηχανισμού στρατηγικού συντονισμού αποτελεί βασική προϋπόθεση για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ) ή αντίστοιχοι θεσμοί στρατηγικής διακυβέρνησης έχουν αναδειχθεί σε κεντρικούς πυλώνες άσκησης εθνικής ισχύος στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες.
Η απουσία ενός τέτοιου θεσμού, σε συνδυασμό με την έλλειψη μακρόπνοου στρατηγικού σχεδιασμού, δεν συνιστά απλώς οργανωτική αδυναμία. Αντιθέτως, δημιουργεί ένα σύστημα λήψης αποφάσεων ευάλωτο σε αιφνιδιασμούς, κατακερματισμό αρμοδιοτήτων και περιορισμένη ικανότητα πρόβλεψης και διαχείρισης κρίσεων.
Η σημασία ενός Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.
Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας λειτουργεί ως ο ανώτατος διακλαδικός και διυπουργικός μηχανισμός σύνθεσης πληροφοριών, αξιολόγησης κινδύνων και διαμόρφωσης εθνικής στρατηγικής. Βασική αποστολή του είναι:
- Η διαμόρφωση στρατηγικής εθνικής ασφαλείας.
- Ο συντονισμός διπλωματικών, στρατιωτικών, οικονομικών και πληροφοριακών εργαλείων ισχύος.
- Η έγκαιρη προειδοποίηση για αναδυόμενες απειλές.
- Η υποστήριξη της πολιτικής ηγεσίας στη λήψη αποφάσεων.
- Η διαχείριση κρίσεων σε εθνικό επίπεδο.
Χωρίς έναν τέτοιο θεσμό, οι κρατικές λειτουργίες τείνουν να λειτουργούν αποσπασματικά, με αποτέλεσμα η εθνική στρατηγική να υποκαθίσταται από βραχυπρόθεσμες πολιτικές επιλογές.
Η απουσία κουλτούρας στρατηγικής και οι συνέπειές της.
- Αντίδραση αντί πρόβλεψης.
Το πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημα αφορά τη μετάβαση από την προληπτική στη αντιδραστική διακυβέρνηση.
Κράτη που δεν διαθέτουν θεσμοθετημένο στρατηγικό σχεδιασμό αντιμετωπίζουν συνήθως τις κρίσεις αφού αυτές εκδηλωθούν. Η πολιτική ηγεσία αναγκάζεται να λειτουργεί υπό συνθήκες πίεσης χρόνου, περιορισμένης πληροφόρησης και αυξημένου πολιτικού κόστους.
Αποτέλεσμα είναι:
- Καθυστερημένες αποφάσεις.
- Αυξημένος κίνδυνος λανθασμένων εκτιμήσεων.
- Περιορισμένη δυνατότητα πρωτοβουλιών.
- Απώλεια στρατηγικού αιφνιδιασμού.
Στο σύγχρονο περιβάλλον ασφαλείας, όπου ο χρόνος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ισχύος, η αδυναμία πρόβλεψης μετατρέπεται σε στρατηγικό μειονέκτημα.
- Κατακερματισμός της κρατικής ισχύος
Η εθνική ισχύς δεν προκύπτει από το άθροισμα των επιμέρους φορέων αλλά από τη συνέργειά τους.
Χωρίς κεντρικό μηχανισμό συντονισμού:
- Τα υπουργεία λειτουργούν με διαφορετικές προτεραιότητες.
- Οι υπηρεσίες πληροφοριών παράγουν εκτιμήσεις χωρίς ενιαία αξιολόγηση.
- Οι ένοπλες δυνάμεις σχεδιάζουν χωρίς πλήρη ενσωμάτωση των διπλωματικών και οικονομικών παραμέτρων.
- Οι αποφάσεις λαμβάνονται συχνά με βάση τις άμεσες ανάγκες κάθε φορέα.
Έτσι, το κράτος εμφανίζεται εξωτερικά ως πολλαπλά κέντρα λήψης αποφάσεων και όχι ως ενιαίος στρατηγικός δρών.
- Αδυναμία εθνικής διαχείρισης κρίσεων
Οι σύγχρονες κρίσεις είναι πολυτομεακές.
Μία κρίση μπορεί να περιλαμβάνει ταυτόχρονα:
- Στρατιωτικές διαστάσεις.
- Διπλωματικές πιέσεις.
- Κυβερνοεπιθέσεις.
- Μεταναστευτικές ροές.
- Ενεργειακές επιπτώσεις.
- Εκστρατείες παραπληροφόρησης.
Χωρίς Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, η διαχείριση αυτών των παραμέτρων καταλήγει συχνά σε παράλληλες και ασυντόνιστες διαδικασίες, οι οποίες επιβραδύνουν την αντίδραση του κράτους και αυξάνουν την πιθανότητα επιχειρησιακών ή πολιτικών λαθών.
Επιπτώσεις στη διπλωματία
- Έλλειψη συνέχειας στην εξωτερική πολιτική
Η στρατηγική απαιτεί χρονικό ορίζοντα δεκαετιών.
Σε κράτη χωρίς μακρόπνοο σχεδιασμό, η εξωτερική πολιτική συχνά επηρεάζεται από:
- Εκλογικούς κύκλους.
- Κομματικές προτεραιότητες.
- Συγκυριακές πιέσεις.
Αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα στους συμμάχους και ευκαιρίες εκμετάλλευσης από ανταγωνιστές.
Η αξιοπιστία ενός κράτους δεν εξαρτάται μόνο από τις δυνατότητές του αλλά και από την προβλεψιμότητα της συμπεριφοράς του.
- Μειωμένη διαπραγματευτική ισχύς.
Οι αποτελεσματικές διαπραγματεύσεις βασίζονται σε σαφώς καθορισμένους εθνικούς στόχους.
Όταν αυτοί οι στόχοι δεν έχουν προκύψει από οργανωμένη στρατηγική διαδικασία:
- Οι θέσεις μεταβάλλονται συχνά.
- Οι κόκκινες γραμμές παραμένουν ασαφείς.
- Η διαπραγματευτική στάση παρουσιάζει ασυνέχειες.
Οι αντίπαλοι αντιλαμβάνονται γρήγορα αυτά τα κενά και προσαρμόζουν ανάλογα τη στρατηγική τους.
Επιπτώσεις στην άμυνα και στις ένοπλες δυνάμεις.
- Ασύνδετος αμυντικός σχεδιασμός.
Η στρατιωτική ισχύς οφείλει να υπηρετεί συγκεκριμένους πολιτικούς και στρατηγικούς σκοπούς.
Χωρίς εθνική στρατηγική:
- Οι αμυντικές προτεραιότητες αλλάζουν συχνά.
- Οι εξοπλισμοί αποκτούν αποσπασματικό χαρακτήρα.
- Η κατανομή πόρων γίνεται χωρίς ενιαία λογική.
- Οι μακροπρόθεσμες επιχειρησιακές ανάγκες υποβαθμίζονται.
Το αποτέλεσμα είναι συχνά η δημιουργία αξιόλογων στρατιωτικών δυνατοτήτων που όμως δεν εντάσσονται σε ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο.
- Αδυναμία αντιμετώπισης υβριδικών απειλών.
Οι σύγχρονοι αντίπαλοι σπανίως χρησιμοποιούν αποκλειστικά στρατιωτικά μέσα.
Αξιοποιούν συνδυαστικά:
- Κυβερνοπόλεμο.
- Παραπληροφόρηση.
- Οικονομική πίεση.
- Ενεργειακή εξάρτηση.
- Νομικό πόλεμο (lawfare).
- Επιχειρήσεις επιρροής.
Η αντιμετώπιση τέτοιων απειλών απαιτεί ενοποιημένη στρατηγική προσέγγιση. Χωρίς αυτήν, κάθε υπηρεσία αντιδρά απομονωμένα, αφήνοντας κενά που μπορούν να αξιοποιηθούν από τον αντίπαλο.
Επιπτώσεις στην εθνική ανθεκτικότητα.
Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα αφορά την εθνική ανθεκτικότητα.
Χώρες χωρίς κεντρικό στρατηγικό σχεδιασμό συχνά:
- Δεν διαθέτουν ολοκληρωμένες εκτιμήσεις κινδύνου.
- Δεν εκπονούν σενάρια μελλοντικών εξελίξεων.
- Δεν επενδύουν συστηματικά σε κρίσιμες υποδομές.
- Δεν καλλιεργούν κουλτούρα εθνικής ετοιμότητας.
Κατά συνέπεια, εμφανίζουν αυξημένη ευαλωτότητα σε κρίσεις μεγάλης κλίμακας, είτε πρόκειται για φυσικές καταστροφές, πανδημίες, ενεργειακές διαταραχές ή γεωπολιτικές συγκρούσεις.
Το κόστος της στρατηγικής απουσίας.
Η απουσία Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας συχνά δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή σε περιόδους σχετικής σταθερότητας. Ωστόσο, σε περιόδους κρίσεων, το κόστος γίνεται εμφανές:
- Καθυστερημένες αποφάσεις.
- Αντικρουόμενες πολιτικές.
- Σπατάλη πόρων.
- Μειωμένη αποτρεπτική αξιοπιστία.
- Απώλεια διπλωματικών ευκαιριών.
- Υποβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας.
Το κόστος αυτό είναι συνήθως πολύ μεγαλύτερο από το πολιτικό ή οικονομικό κόστος δημιουργίας και λειτουργίας ενός αποτελεσματικού μηχανισμού εθνικής στρατηγικής.
Συμπεράσματα
Στον 21ο αιώνα, η ισχύς ενός κράτους δεν μετράται αποκλειστικά από το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων ή της οικονομίας του, αλλά από την ικανότητά του να συντονίζει όλα τα διαθέσιμα μέσα ισχύος προς την επίτευξη μακροπρόθεσμων εθνικών στόχων.
Η απουσία Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και θεσμοθετημένου στρατηγικού σχεδιασμού οδηγεί αναπόφευκτα σε κατακερματισμό, βραχυπρόθεσμη σκέψη και μειωμένη ικανότητα πρόβλεψης. Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας και ανταγωνισμού, τα κράτη που στερούνται τέτοιων μηχανισμών κινδυνεύουν να μετατραπούν από διαμορφωτές των εξελίξεων σε παθητικούς αποδέκτες τους.
Η στρατηγική δεν αποτελεί πολυτέλεια ούτε ακαδημαϊκή άσκηση. Αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας, αποτελεσματικής διακυβέρνησης και διατήρησης της κρατικής κυριαρχίας. Ένα σύγχρονο κράτος μπορεί να επιβιώσει για κάποιο διάστημα χωρίς συνεκτική στρατηγική· δύσκολα όμως μπορεί να ευημερήσει ή να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στο διεθνές σύστημα χωρίς αυτήν.
Με λίγα λόγια, η απουσία ενός πραγματικά λειτουργικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και ενός διαχρονικού εθνικού στρατηγικού σχεδίου επηρεάζει άμεσα την ικανότητα της Ελλάδας να διασφαλίσει την επιβίωση, την κυριαρχία και την ευημερία της σε βάθος χρόνου.
Οι βασικές επιπτώσεις είναι:
- Μειωμένη πρόβλεψη απειλών: Η χώρα αντιδρά στις εξελίξεις αντί να τις προλαμβάνει.
- Ασυνέχεια πολιτικής: Κάθε κυβερνητική αλλαγή μπορεί να μεταβάλλει προτεραιότητες σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ενέργειας.
- Αποδυνάμωση αποτροπής: Οι αντίπαλοι διαπιστώνουν έλλειψη μακροπρόθεσμης στρατηγικής και εκμεταλλεύονται τα κενά.
- Σπατάλη πόρων: Εξοπλιστικά, ενεργειακά και αναπτυξιακά προγράμματα συχνά δεν εντάσσονται σε ενιαίο εθνικό σχεδιασμό.
- Δυσκολία διαχείρισης κρίσεων: Ελληνοτουρκικές εντάσεις, μεταναστευτικές πιέσεις, κυβερνοεπιθέσεις ή φυσικές καταστροφές απαιτούν κεντρικό συντονισμό που συχνά δεν είναι θεσμοθετημένος.
- Μειωμένη διεθνής επιρροή: Οι σύμμαχοι εμπιστεύονται περισσότερο κράτη με σαφείς και σταθερούς στρατηγικούς στόχους.
Στο επίπεδο της εθνικής επιβίωσης, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να λειτουργεί τακτικά και περιστασιακά, ενώ οι βασικοί ανταγωνιστές της σχεδιάζουν στρατηγικά και διαχρονικά. Στη γεωπολιτική, δεν επικρατεί πάντα ο ισχυρότερος, αλλά εκείνος που διαθέτει μεγαλύτερη συνέχεια σκοπού, θεσμική μνήμη και ικανότητα συντονισμού όλων των εργαλείων εθνικής ισχύος.
Με μία φράση:
Χωρίς μακρόπνοη εθνική στρατηγική, η Ελλάδα μπορεί να κερδίζει μάχες, αλλά δυσκολεύεται να διαμορφώνει το στρατηγικό περιβάλλον που θα εξασφαλίσει την ασφάλεια και την ευημερία της στις επόμενες δεκαετίες.
* Ο Αντώνης Βασιλείου είναι Αντιστράτηγος ε.α. (ΜΧ), Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός, Master (MSc) Επιχειρησιακός Ερευνητής, τ. Σύμβουλος ΟΑΣΕ επί Συμβατικών Εξοπλισμών και τ. Μελετητής των Συστημάτων Διοικήσεως και Ελέγχου Πληροφοριών του ΝΑΤΟ.
