Η Ευρώπη μετά την σταδιακή αποχώρηση των ΗΠΑ από την αμυντική προστασία της, αναζητάει νέο προστάτη στην Τουρκία;


Άρθρο του Αντιστρατήγου (ε.α.) Αντώνη Βασιλείου*.

Τα τελευταία χρόνια, το γεωπολιτικό τοπίο της Ευρώπης αλλάζει ριζικά. Η σταδιακή απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών από τον ρόλο του βασικού εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας, μια διαδικασία που ξεκίνησε επί προεδρίας Τραμπ και συνεχίστηκε, με πιο ήπιους τόνους, και επί Μπάιντεν, έχει αφήσει ένα επικίνδυνο στρατηγικό κενό. Οι ευρωπαϊκές χώρες, συνηθισμένες επί δεκαετίες να απολαμβάνουν την «ομπρέλα» του ΝΑΤΟ υπό αμερικανική ηγεσία, βρίσκονται τώρα αντιμέτωπες με ένα δυσάρεστο ερώτημα: Ποιος θα προστατεύσει την Ευρώπη, αν οι ΗΠΑ αποσύρουν πλήρως τη δέσμευσή τους;

Η αμυντική αδυναμία της Ευρώπης
Παρά τις φιλόδοξες διακηρύξεις για «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία», η πραγματικότητα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει αμυντικά εξαρτημένη. Τα περισσότερα κράτη-μέλη έχουν μειώσει δραστικά τις στρατιωτικές τους δαπάνες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, επενδύοντας στην ευημερία αντί στην άμυνα. Οι πόλεμοι στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και κυρίως η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 αποκάλυψαν την αδυναμία της Ευρώπης να αντιδράσει αυτόνομα και αποτελεσματικά.

Οι ευρωπαϊκοί στρατοί παραμένουν αποσπασματικοί, χωρίς κοινό δόγμα, ενιαία διοίκηση ή επαρκή βιομηχανική βάση για να στηρίξουν μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική προσπάθεια. Έτσι, η ήπειρος βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο: διαθέτει οικονομική ισχύ, αλλά όχι στρατιωτική.

Η Τουρκία ως «ανερχόμενος προστάτης»;
Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία εμφανίζεται ως πιθανός, αν και αμφιλεγόμενος, εταίρος. Η Άγκυρα, μέλος του ΝΑΤΟ αλλά ταυτόχρονα με δική της ανεξάρτητη γεωπολιτική ατζέντα, έχει εξελιχθεί σε περιφερειακή στρατιωτική δύναμη με ισχυρή βιομηχανία οπλικών συστημάτων, εμπειρία σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και στρατηγικό έλεγχο κρίσιμων διαδρόμων μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Μέσης Ανατολής.

Για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, η Τουρκία μοιάζει με μια ρεαλιστική επιλογή: μια δύναμη εντός του ΝΑΤΟ, ικανή να λειτουργήσει ως «ανάχωμα» απέναντι στη ρωσική επιρροή και στη μεταναστευτική πίεση. Ήδη, παρατηρείται δειλή προσέγγιση ανάμεσα σε Άγκυρα και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, από την αναθέρμανση των σχέσεων με την Ελλάδα, έως την επανέναρξη των διαλόγων για εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης.

Κίνδυνοι και αντιφάσεις

Ωστόσο, η ιδέα μιας Ευρώπης που «αναζητά προστάτη» στην Τουρκία ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Πρώτον, γιατί υπονομεύει την ίδια την ευρωπαϊκή φιλοδοξία για στρατηγική αυτονομία. Αντί να οικοδομήσει κοινή άμυνα, η ΕΕ θα μεταβίβαζε την ασφάλειά της σε μια τρίτη δύναμη με συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα.

Δεύτερον, η Τουρκία του Ερντογάν δεν είναι μια παραδοσιακή δημοκρατία. Η προσέγγισή της με τη Μόσχα, η εμπλοκή της σε συγκρούσεις στη Συρία, στη Λιβύη και στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, καθώς και οι εντάσεις στο Αιγαίο, δημιουργούν εύλογη δυσπιστία σε πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες.

Τρίτον, μια τέτοια εξάρτηση θα άλλαζε ριζικά τους συσχετισμούς ισχύος μέσα στην ίδια την Ευρώπη. Οι χώρες της Ανατολικής Μεσογείου θα αποκτούσαν μεγαλύτερη σημασία, ενώ οι παραδοσιακοί πυλώνες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, θα έχαναν μέρος του γεωπολιτικού τους ρόλου.

Παρακάτω σου δίνω μια αναλυτική απάντηση, χωρισμένη σε δύο μέρη: (Α) γιατί η στροφή προς την Τουρκία είναι, σε έναν βαθμό, δικαιολογημένη, και (Β) ποιό μπορεί να είναι το μέλλον αυτής της σχέσης.

Α. Πόσο δικαιολογημένη είναι η στροφή προς την Τουρκία;
Η στροφή της Ευρώπης προς την Τουρκία δεν είναι τυχαία, είναι το αποτέλεσμα αναγκαιότητας και ρεαλισμού.

1. Γεωγραφική και στρατηγική θέση.
Η Τουρκία ελέγχει τη «γέφυρα» μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Μέσης Ανατολής. Από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, αποτελεί κρίσιμο πέρασμα για εμπορικούς, ενεργειακούς και στρατιωτικούς διαδρόμους.

Σε μια εποχή όπου οι ρωσικές απειλές επανέρχονται και η Μέση Ανατολή παραμένει ασταθής, καμία ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας δεν μπορεί να αγνοήσει την Τουρκία.

2. Στρατιωτική ισχύς και εμπειρία.
Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο αριθμητικά στρατό του ΝΑΤΟ, με ενεργή εμπειρία σε επιχειρήσεις, drone, τεθωρακισμένα και σύγχρονα οπλικά συστήματα δικής της παραγωγής.

Η ευρωπαϊκή ήπειρος, αντίθετα, πάσχει από αργή στρατιωτική γραφειοκρατία και μικρή επιχειρησιακή ετοιμότητα. Έτσι, μια στρατηγική συνεργασία με την Άγκυρα καλύπτει ένα πρακτικό κενό.

3. Πολιτικός ρεαλισμός.
Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να επιλέγει «ιδανικούς» συμμάχους. Σε έναν κόσμο όπου ΗΠΑ και Κίνα αναδιαμορφώνουν τις σφαίρες επιρροής, η Τουρκία παραμένει μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη που, έστω με ιδιοτελή κίνητρα, μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στη ρωσική ή ιρανική επιρροή.

Άρα, η προσέγγιση προς την Τουρκία είναι σε μεγάλο βαθμό ρεαλιστική, αν όχι πλήρως «δικαιολογημένη».

Β. Τι μέλλον έχει αυτή η στροφή;

Το μέλλον αυτής της ευρωπαϊκής «προσέγγισης» με την Τουρκία θα εξαρτηθεί από δύο κρίσιμες μεταβλητές: την πολιτική κατεύθυνση της ίδιας της Τουρκίας και την ικανότητα της Ευρώπης να αποκτήσει στρατηγική ενότητα.

1. Αν η Τουρκία παραμείνει επιθετικά αυτόνομη, η σχέση θα είναι ευκαιριακή.
Η Άγκυρα ακολουθεί μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική: συνδιαλέγεται με τη Μόσχα, πιέζει την ΕΕ με το μεταναστευτικό, και ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται τη θέση της στο ΝΑΤΟ.
Αν αυτή η τακτική συνεχιστεί, η σχέση της με την Ευρώπη θα παραμείνει περισσότερο συναλλακτική παρά στρατηγική.

2. Αν η ΕΕ δεν αναπτύξει δική της αμυντική ταυτότητα, η εξάρτηση θα βαθαίνει.
Χωρίς κοινό ευρωπαϊκό στρατό ή συντονισμένη αμυντική πολιτική, η Ένωση θα χρειάζεται την Τουρκία για κάθε κρίση στα σύνορά της.
Αυτό θα ενισχύσει την τουρκική επιρροή, αλλά και τις εσωτερικές αντιθέσεις μέσα στην ΕΕ (ιδίως με χώρες όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Γαλλία).

3. Πιθανό σενάριο: μια «ρεαλιστική συμμαχία» χωρίς εμπιστοσύνη.
Το πιθανότερο μέλλον είναι μια σχέση συνεργασίας «κατ’ ανάγκην».
Ευρωπαϊκά κράτη θα συνεργάζονται με την Τουρκία σε ζητήματα ασφάλειας, ενέργειας και μεταναστευτικών ροών, αλλά χωρίς στρατηγική εμπιστοσύνη ή μακροπρόθεσμη δέσμευση.
Η σχέση θα θυμίζει περισσότερο συμβίωση συμφερόντων παρά συμμαχία αξιών.

Συμπέρασμα

Η στροφή της Ευρώπης προς την Τουρκία είναι κατανοητή, αλλά όχι βιώσιμη ως μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Η Άγκυρα μπορεί να λειτουργήσει ως συμπληρωματικός εταίρος, όχι ως αντικαταστάτης της αμερικανικής προστασίας.

Το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν θα κριθεί στην Άγκυρα ή στην Ουάσιγκτον, αλλά στις Βρυξέλλες: εκεί όπου η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει αν θέλει να σταθεί μόνη της ή να συνεχίσει να ψάχνει προστάτες.

Προς μια νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Η σταδιακή απουσία των ΗΠΑ λειτουργεί σαν επιταχυντής: η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει αν θα αναλάβει την άμυνά της ή θα παραμείνει εξαρτημένη από άλλους. Η Τουρκία μπορεί να αποτελέσει έναν σημαντικό εταίρο στο πλαίσιο της περιφερειακής σταθερότητας, αλλά όχι τον «προστάτη» της Ευρώπης. Η ήπειρος οφείλει να αναπτύξει μια αυτόνομη αμυντική ταυτότητα, βασισμένη στη συνεργασία, στην τεχνολογία και στην κοινή πολιτική βούληση.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Τουρκία θέλει να γίνει ο νέος προστάτης της Ευρώπης, αλλά αν η Ευρώπη θέλει να συνεχίσει να παραμένει υπό προστασία.

* Ο Αντώνης Βασιλείου είναι Αντιστράτηγος ΜΧ (εα), Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός, MSc Επιχειρησιακός Ερευνητής, τ. Σύμβουλος ΟΑΣΕ επί Συμβατικών Εξοπλισμών και τ. Μελετητής των Συστημάτων Διοικήσεως και Ελέγχου Πληροφοριών του ΝΑΤΟ.

 

 


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

© 2026 Antonios L Vasileiou