Το Κρεμλίνο πιθανότατα θα θεωρούσε μια ταχεία απόσυρση των ΗΠΑ από την Ευρώπη ως μια χρυσή ευκαιρία.


Άρθρο του Αντιστρατήγου (ε.α.) Αντώνη Βασιλείου*.

Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ που πραγματοποιήθηκε πριν από δύο εβδομάδες στη Χάγη ανταποκρίθηκε στις χαμηλές προσδοκίες που είχαν θέσει οι σύμμαχοι. Μέσα στους φόβους ότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ, θα ανέτρεπε την κανονική ατζέντα, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ μείωσαν σημαντικά το πρόγραμμα, αποσύροντας από τη συζήτηση δύσκολα θέματα όπως η υποστήριξη προς την Ουκρανία, οι σχέσεις του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία και οι ρωσικές υβριδικές επιθέσεις στην Ευρώπη. Ωστόσο, η σύνοδος έκλεισε με μια ιστορική συμφωνία από την πλειοψηφία των συμμάχων, με την Ισπανία να αποτελεί αξιοσημείωτη εξαίρεση, να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ μέσα στην επόμενη δεκαετία, με το 3,5% να κατευθύνεται σε βασικές στρατιωτικές δαπάνες και το 1,5% στην ενίσχυση των πολιτικών υποδομών και της συνολικής ανθεκτικότητας.

Η δέσμευση για αύξηση των αμυντικών δαπανών, σε συνδυασμό με τον δουλικό έπαινο του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, προς τον Τράμπ, συνέβαλε στο να τηρήσει ο Αμερικανός πρόεδρος τη χορογραφημένη ατζέντα της συνόδου, διατηρώντας την συνοχή της Συμμαχίας. Ο Τράμπ μάλιστα φάνηκε να φεύγει από τη Χάγη με μια νέα εκτίμηση για τα μέλη του ΝΑΤΟ, δηλώνοντας στους δημοσιογράφους: «Αυτοί οι άνθρωποι αγαπούν πραγματικά τις χώρες τους. Δεν πρόκειται για απάτη. Είμαστε εδώ για να τους βοηθήσουμε».

Ωστόσο, κάθε αίσθημα ανακούφισης μεταξύ των συμμάχων μπορεί να αποδειχθεί προσωρινό. Οι σχετικά θετικοί τίτλοι που προέκυψαν από τη σύνοδο αποκρύπτουν την καταιγίδα που διαφαίνεται στον Ατλαντικό. Η διοίκηση Τράμπ διεξάγει μια συνολική επανεξέταση της στάσης των αμερικανικών δυνάμεων, η οποία αναμένεται να παρουσιαστεί στα τέλη του καλοκαιριού ή στις αρχές του φθινοπώρου και θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει ριζικά το παγκόσμιο αποτύπωμα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Εάν η διαδικασία αυτή οδηγήσει σε σημαντική και ταχεία μείωση των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, ένα ενδεχόμενο που αξιωματούχοι της κυβέρνησης έχουν αφήσει ανοιχτό, η Συμμαχία θα καταστεί πιο ευάλωτη σε περαιτέρω ρωσική επιθετικότητα.

Η Ευρώπη αυξάνει τις προσπάθειες της και οι αμυντικοί προϋπολογισμοί αυξάνονται, αλλά θα χρειαστεί χρόνος για την ενίσχυση της παραγωγής και την παροχή των δυνατοτήτων που σήμερα προσφέρουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ΗΠΑ ίσως θεωρήσουν σκόπιμο να προσαρμόσουν ορισμένες από τις δυνάμεις τους στην Ευρώπη, προκειμένου να ενισχύσουν τη στάση τους στην Ασία έναντι της Κίνας.

Όμως η Ουάσιγκτον πρέπει να σχεδιάσει προσεκτικά κάθε τέτοια μετατόπιση, διατηρώντας τις αμερικανικές δυνάμεις αρκετό καιρό ώστε οι Ευρωπαίοι να καλύψουν τα κενά και να διατηρήσουν την αποτρεπτική ισχύ έναντι της Ρωσίας. Είναι κρίσιμο κάθε απόσυρση να συντονίζεται στενά με τις στρατιωτικές αρχές του ΝΑΤΟ και οι σύμμαχοι να συμφωνήσουν εκ των προτέρων να καλύψουν τις χαμένες δυνατότητες. Διαφορετικά, ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν θα δελεαστεί να εκμεταλλευτεί μια αποδυναμωμένη Συμμαχία.

Τα πολιτικά μηνύματα που συνοδεύουν την επανεξέταση της στάσης των αμερικανικών δυνάμεων από το Υπουργείο Άμυνας έχουν εντείνει τους φόβους των Ευρωπαίων συμμάχων ότι επίκειται μια ταχεία απόσυρση. Σε ομιλία του στην πρώτη του σύνοδο υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ τον Φεβρουάριο, ο Υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ υπογράμμισε την άποψη της κυβέρνησης Τράμπ ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αποτελεί προτεραιότητα για τις ΗΠΑ, λέγοντας πως, με βάση τις «στρατηγικές πραγματικότητες», οι Ευρωπαίοι ηγέτες του ΝΑΤΟ «πρέπει να αναλάβουν την κύρια ευθύνη για την άμυνα της ηπείρου». Αυτές οι δηλώσεις ήταν σε πλήρη αντίθεση με τα όσα είπε ο Χέγκσεθ στη Σιγκαπούρη τον Μάιο, όταν τόνισε τη δέσμευση των ΗΠΑ στην περιοχή Ινδό-Ειρηνικού, αποκαλώντας την «θέατρο προτεραιότητας» για τις ΗΠΑ.

Τα μέσα ενημέρωσης, σχολιάζοντας τις Ενδιάμεσες Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Εθνική Άμυνα του 2025, που δημοσιεύθηκαν την άνοιξη ως προσωρινό κείμενο εν αναμονή της επίσημης Στρατηγικής Εθνικής Άμυνας, ανέφεραν ότι το Πεντάγωνο σκοπεύει να χρηματοδοτήσει στρατιωτική ενίσχυση στον Ινδό-Ειρηνικό αποσπώντας πόρους από άλλες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης και αποδεχόμενο αυξημένο κίνδυνο σε αυτές τις περιοχές. Ακόμα και ο Μάθιου Γουίτακερ, ο πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, δήλωσε τον Μάιο ότι η Ουάσιγκτον «δεν θα έχει πια καμία υπομονή» σχετικά με τη μείωση της παρουσίας των ΗΠΑ στην Ευρώπη.

Η στάση της κυβέρνησης Τράμπ απέναντι στη Ρωσία τροφοδοτεί επίσης τις ανησυχίες των συμμάχων του ΝΑΤΟ για τη δέσμευση των ΗΠΑ στην Ευρώπη. Ο Τράμπ έχει διστάσει να χαρακτηρίσει τη Ρωσία ως απειλή, αποκαλώντας τον Πούτιν «καλό τύπο» και ξεκαθαρίζοντας την πρόθεσή του να εξομαλύνει τις σχέσεις ΗΠΑ–Μόσχας. Ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επίσης υποβαθμίσει τον κίνδυνο που ενέχει ο Πούτιν για την Ευρώπη.

Ο Στιβ Γουίτκοφ, ειδικός απεσταλμένος του Τράμπ για τη Μέση Ανατολή και υπεύθυνος για τη διπλωματία με τη Μόσχα, δήλωσε τον Μάρτιο σε συνέντευξή του στον Τάκερ Κάρλσον ότι είναι «γελοίο» να πιστεύει κανείς ότι η Ρωσία θα «εισβάλει σε ολόκληρη την Ευρώπη», μια προσχηματική επιχειρηματολογία που στόχευε στο να παρουσιάσει τις ευρωπαϊκές εκτιμήσεις για τη ρωσική απειλή ως υπερβολικές. Οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ σχεδίαζαν να παρουσιάσουν στρατηγική για τη Ρωσία για έγκριση στη σύνοδο του Ιουνίου, αλλά την ανέβαλαν από φόβο ότι δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη συναίνεση του Τράμπ.

Ακόμα και αν η Μόσχα δεν «παρελάσει» σε όλη την Ευρώπη, θα εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για το ΝΑΤΟ. Οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, αν και δεν είναι άψογες, δεν είναι πλέον η αποδιοργανωμένη δύναμη που ήταν πριν τρία χρόνια, όταν ξεκίνησε η πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία. Από τον Φεβρουάριο του 2022, ο Πούτιν έχει μεταμορφώσει την οικονομία και τον στρατό της Ρωσίας για να υποστηρίξει έναν παρατεταμένο ανταγωνισμό.

Το ΝΑΤΟ εξαρτάται υπερβολικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες για τις στρατιωτικές του δυνατότητες από την ίδρυσή του, το 1949. Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, όταν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μείωσαν σημαντικά τους αμυντικούς τους προϋπολογισμούς, αυτή η εξάρτηση έγινε ακόμα πιο βαθιά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μείωσαν επίσης τις αμυντικές τους δαπάνες και περιόρισαν τις δυνάμεις τους στην Ευρώπη από περίπου 300.000 στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου σε περίπου 100.000 σήμερα, συμπεριλαμβανομένων 20.000 επιπλέον δυνάμεων που στάλθηκαν το 2022 μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Παρ’ όλα αυτά, οι δυνατότητες των ΗΠΑ παραμένουν θεμελιώδεις για τη στάση του ΝΑΤΟ, τα σχέδιά του, τη διοίκηση και τον έλεγχο, καθώς και τα μοντέλα δυνάμεων του.

Σήμερα, ο αμερικανικός στρατός ενισχύει τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ στα σύνορα της συμμαχίας με τη Ρωσία, στις Βαλτικές χώρες και τη Ρουμανία, και διατηρεί μόνιμες βάσεις στη Γερμανία και την Πολωνία. Ο αμερικανικός στρατός διατηρεί επίσης αποθέματα εξοπλισμού (Army Prepositioned Stocks) στο Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες και την Πολωνία, ώστε να εξοπλίσει ενισχύσεις που φτάνουν αεροπορικώς. Το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ έχει έξι αντιτορπιλικά κλάσης Aegis σε αμερικανική βάση στη Ρότα της Ισπανίας, για την υποστήριξη της αντιπυραυλικής άμυνας του ΝΑΤΟ και για άλλες ναυτικές αποστολές στα ευρωπαϊκά ύδατα, όπως περιπολίες στη Βαλτική Θάλασσα. Η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ διατηρεί μοίρες μάχης και υποστήριξης σε βάσεις συμμάχων σε όλη την επικράτεια του ΝΑΤΟ, από τη βάση Ιντσιρλίκ στην Τουρκία έως βάσεις στη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Αζόρες.

Εάν οι δυνατότητες των ΗΠΑ αφαιρεθούν από τα αμυντικά σχέδια του ΝΑΤΟ, η Ευρώπη δεν θα μπορέσει να καλύψει γρήγορα τα κενά που θα προκύψουν, δημιουργώντας ευπάθειες που ο Πούτιν θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί. Οι αμερικανικές πλατφόρμες πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR), για παράδειγμα, είναι ουσιώδεις για την επίγνωση των κινήσεων της Ρωσίας. Η απομάκρυνσή τους θα αφήσει τη συμμαχία ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε ρωσικές υβριδικές επιθέσεις, όπως δολιοφθορά σε υποθαλάσσια καλώδια, παρεμβολές ή κυβερνοεπιθέσεις.

Η έλλειψη αυτών των μέσων θα περιορίσει επίσης τις έγκαιρες προειδοποιήσεις και θα δυσκολέψει την επιλογή, προτεραιοποίηση και στοχοποίηση ρωσικών απειλών σε περίπτωση σύγκρουσης. Το προσωπικό που αναλύει, επεξεργάζεται και συνδυάζει αυτές τις πληροφορίες, πολλοί από τους οποίους είναι Αμερικανοί, είναι εξειδικευμένο και δυσεύρετο, και δεν μπορεί να αντικατασταθεί εύκολα.

Η Ευρώπη εξακολουθεί επίσης να βασίζεται έντονα στα αμερικανικά αεροπλάνα ανεφοδιασμού εν πτήση, τα μεταφορικά αεροσκάφη βαρέως τύπου και άλλα τέτοια «στρατηγικά μέσα», τα οποία είναι απαραίτητα για τη μεταφορά δυνάμεων και πληροφοριών στο πεδίο της μάχης. Παρότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι σημείωσαν πρόοδο στην προμήθεια του απαραίτητου εξοπλισμού για να ανταποκριθούν στους νέους στόχους του ΝΑΤΟ, έχουν σημειώσει μικρότερη πρόοδο στην ανάπτυξη αυτών των μέσων σε κλίμακα. Ως εκ τούτου, το ΝΑΤΟ θα δυσκολευτεί να μετακινήσει γρήγορα στρατεύματα και εξοπλισμό σε περίπτωση κρίσης, όπως συνέβη και μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, όταν ορισμένοι σύμμαχοι βασίστηκαν στις ΗΠΑ για να μεταφέρουν τα στρατεύματα τους στην ανατολική Ευρώπη.

Με περιορισμένη αμερικανική παρουσία, οι ελλείψεις σε αεράμυνα και αντιπυραυλική άμυνα θα γίνουν ακόμη πιο έντονες, αφήνοντας τις δυνάμεις και τις χώρες εντός του βεληνεκούς των ρωσικών πυραύλων και drones, ιδιαίτερα ευάλωτες.

Άλλες κρίσιμες δυνατότητες, όπως τα συστήματα πυραύλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς τύπου HIMARS, τα αποθέματα κατευθυνόμενων πυρομαχικών ακριβείας και τα προηγμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη,  θα μπορούσαν επίσης να μειωθούν σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης των ΗΠΑ. Ένα από τα βασικά αποτρεπτικά μέσα του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας είναι η αξιόπιστη ικανότητά του να πλήξει στόχους μεγάλης σημασίας εντός ρωσικού εδάφους. Η απώλεια αποθεμάτων πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς θα υπονόμευε σημαντικά αυτή την αποτροπή και θα αύξανε την ευπάθεια της Ευρώπης σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης.

Και αυτά τα κενά ικανοτήτων δεν υπάρχουν απομονωμένα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέχουν στις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις το μεγαλύτερο μέρος των μονάδων υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένου ιατρικού και υλικοτεχνικού προσωπικού, καθώς και μεγάλο ποσοστό ειδικών στον κυβερνοχώρο, το διάστημα και τον ηλεκτρονικό πόλεμο. Ακόμα και καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες αυξάνουν τις αμυντικές τους δαπάνες, οι χρονικοί ορίζοντες για να αναλάβουν πλήρως τις λειτουργίες που καλύπτουν σήμερα οι ΗΠΑ επεκτείνονται μέχρι και την επόμενη δεκαετία.

Το Κρεμλίνο πιθανότατα θα θεωρούσε μια ταχεία απόσυρση των ΗΠΑ από την Ευρώπη ως μια χρυσή ευκαιρία. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ, θεωρώντας την κατάρρευση της συμμαχίας ως βασική προϋπόθεση για την ανάκτηση της θέσης της Ρωσίας ως παγκόσμιας δύναμης. Πρώτα απ’ όλα, το Κρεμλίνο θα εκμεταλλευόταν οποιαδήποτε αποχώρηση των ΗΠΑ για να ενισχύσει τις ανησυχίες των Ευρωπαίων ότι η Ουάσιγκτον τους εγκαταλείπει. Καθώς η Ευρώπη θα αισθάνεται ευάλωτη, η Μόσχα θα κλιμακώσει τις καταναγκαστικές της τακτικές, εκφοβίζοντας τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και πιέζοντας τις κυβερνήσεις τους να υιοθετήσουν πιο ήπια στάση απέναντι στη Ρωσία.

Καθώς η Ρωσία θα εντοπίζει κενά στις συμβατικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ, είναι πιθανό ότι θα αισθάνεται μεγαλύτερη άνεση στο να αναλάβει ρίσκα για να προωθήσει τους στόχους της. Ο Πούτιν θα θεωρήσει ότι με μια μικρότερη αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη, η Δύση θα είναι αναγκασμένη να επιλέξει την αποκλιμάκωση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον το οποίο το Κρεμλίνο θα εκλαμβάνει ως εξαιρετικά ευνοϊκό για την κλιμάκωση των ενεργειών του.

Επιπλέον, η Ρωσία διαχρονικά αντιλαμβάνεται τους Ευρωπαίους ως εξαρτημένους από την Ουάσιγκτον και ανίκανους να λειτουργήσουν αποτελεσματικά χωρίς αμερικανική καθοδήγηση. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρήσουν σε ταχεία μείωση των δυνάμεων τους, η Μόσχα μπορεί να πιστέψει ότι η ευρωπαϊκή ενότητα θα καταρρεύσει, ενισχύοντας την τάση του Πούτιν να υπερεκτιμά τη ρωσική ικανότητα επίτευξης των στόχων του.

Άμεσα, ο Πούτιν πιθανότατα θα επιχειρούσε να κλιμακώσει τις δραστηριότητες «γκρίζας ζώνης» στην Ευρώπη, όπως την κοπή καλωδίων και άλλες μορφές δολιοφθοράς. Με περιορισμένα μέσα επιτήρησης, πληροφοριών και αναγνώρισης των ΗΠΑ, τέτοιες ενέργειες θα ήταν πιο δύσκολο να εντοπιστούν ή να αποδοθούν, επιτρέποντας στη Μόσχα να δρα με μεγαλύτερη ατιμωρησία. Πέρα από τις υβριδικές επιθέσεις, η Ρωσία ίσως να δελεαστεί ακόμη και να προχωρήσει σε περιορισμένες στρατιωτικές ενέργειες.

Μια μείωση των αμερικανικών μέσων στην Ευρώπη θα επιβράδυνε τον χρόνο απόκρισης του ΝΑΤΟ, αυξάνοντας την αυτοπεποίθηση του Πούτιν ότι η Μόσχα θα μπορούσε να καταλάβει με επιτυχία εδάφη, για παράδειγμα, σε κάποια Βαλτική χώρα ή στο Σβάλμπαρντ, ένα στρατηγικό αρχιπέλαγος της Νορβηγίας στην Αρκτική, και έπειτα να χρησιμοποιήσει εκβιασμό και πυρηνικές απειλές για να εξαναγκάσει το ΝΑΤΟ να αποδεχθεί το αποτέλεσμα.

Με ανεπαρκή αεράμυνα και αποσυρμένα τα βλήματα μεγάλου βεληνεκούς, το ΝΑΤΟ θα δυσκολευόταν να οργανώσει άμεση και συντονισμένη άμυνα, υπονομεύοντας την αξιοπιστία της συμμαχίας και αλλάζοντας ριζικά την τάξη ασφάλειας στην Ευρώπη.

Η Ρωσία δεν πρόκειται να εξαφανιστεί και η στρατιωτική ενίσχυση της Ευρώπης θα χρειαστεί χρόνο. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν να μειώσουν την ανάπτυξη στρατευμάτων τους στην Ευρώπη, η απλή ειδοποίηση της συμμαχίας ότι μια τέτοια αλλαγή βρίσκεται σε εξέλιξη δεν επαρκεί για να διασφαλιστεί η συνεχιζόμενη ικανότητα του ΝΑΤΟ να προστατεύει τα μέλη του. Για να αποφευχθεί ένα σοβαρό πλήγμα στις δυνατότητες άμυνας της συμμαχίας, οι σύμμαχοι πρέπει να προμηθευτούν σήμερα εκείνα τα μέσα που θα χρειαστούν για να καλύψουν άμεσα τα κενά του αύριο.

Οι στρατιωτικές αρχές του ΝΑΤΟ πρέπει να έχουν τον απαραίτητο χρόνο για να αναθεωρήσουν και να επικαιροποιήσουν τα σχέδια μάχης τους, και οι επιμέρους χώρες που έχουν τη δυνατότητα, οφείλουν να δεσμευτούν να αναπαράγουν συγκεκριμένες ικανότητες που θα χαθούν καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες μετακινούνται αλλού.

Η απόσυρση σε μια περίοδο όπου η Ρωσία ενισχύει τη στρατιωτική της ισχύ και η Ευρώπη δεν είναι ακόμη έτοιμη να υπερασπιστεί τον εαυτό της, θα ενθάρρυνε το Κρεμλίνο και θα αύξανε τον κίνδυνο ενός νέου πολέμου, αυτή τη φορά με τον Τράμπ στο τιμόνι. Ο καλύτερος τρόπος για να αποφευχθεί ένας μελλοντικός πόλεμος στην Ευρώπη είναι να διασφαλιστεί ότι η Μόσχα δεν θα τολμήσει ποτέ να ξεκινήσει έναν. Και αυτό θα απαιτήσει από την Ουάσιγκτον και τους Ευρωπαίους εταίρους της να σχεδιάσουν μια προσεκτική και συντονισμένη μετάβαση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να πουν στους εταίρους τους ακριβώς πού θα εμφανιστούν νέα κενά, πολύ πριν αυτά εμφανιστούν.

Με πληροφορίες από foreignaffairs.com

* Ο Αντώνης Βασιλείου είναι Αντιστράτηγος ΜΧ (εα), Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός, MSc Επιχειρησιακός Ερευνητής, τ. Σύμβουλος ΟΑΣΕ επί Συμβατικών Εξοπλισμών και τ. Μελετητής των Συστημάτων Διοικήσεως και Ελέγχου Πληροφοριών του ΝΑΤΟ. (Βιογραφικό)

 

 

 

 


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

© 2026 Antonios L Vasileiou