Στις αρχές του 1825, η επανάσταση διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο, λόγω των πολλαπλών επιτυχιών του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, αλλά και της φυλάκισης κορυφαίων παραγόντων της Πελοποννήσου, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Ο Παπαφλέσσας, που ανησυχούσε ιδιαίτερα για την πορεία του Αγώνα, στα μέσα Μαΐου κατέλαβε την ανατολική πλευρά του όρους Μάλα, στο Μανιάκι της Μεσσηνίας με δύναμη 1.300 ανδρών. Ο Ιμπραήμ κίνησε πολύ γρήγορα εναντίον του με 6.000 πεζούς και ιππείς.
Στην όψη των αιγυπτιακών στρατευμάτων στις 19 Μαΐου, αρκετοί Έλληνες φοβήθηκαν και αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Τελικά, η ελληνική πλευρά απαριθμούσε μετά βίας 600 άνδρες.

Η μάχη ξεκίνησε το πρωί της 20ης Μαΐου 1825 και διήρκεσε περίπου οκτώ ώρες. Παρά τη γενναία προσπάθεια των λιγοστών Ελλήνων να αμυνθούν, η αντίστασή τους κάμφθηκε με σχετική ευκολία, λόγω της τεράστιας αριθμητικής υπεροχής των αντιπάλων.
Σχεδόν όλοι οι Έλληνες σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Παπαφλέσσας. Όταν κατέφθασαν ενισχύσεις ήταν πλέον αργά.
Σύμφωνα με την παράδοση, την οποία αναφέρουν και ορισμένοι ιστορικοί της επανάστασης, μετά το τέλος της μάχης ο Ιμπραήμ ζήτησε από τους στρατιώτες του να αναζητήσουν και να βρουν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα.
Όταν εκείνοι το βρήκαν, τους διέταξε να τοποθετήσουν πάνω στο ακέφαλο πτώμα το κεφάλι και να το στήσουν σε μια βελανιδιά που βρισκόταν εκεί. Τότε ο Ιμπραήμ θαύμασε το επιβλητικό παράστημα του νεκρού Παπαφλέσσα και είπε, κατά τον Φωτάκο: «Πράγματι αυτός ήτο ικανός και γενναίος άνθρωπος. Καλύτερα να επαθαίναμεν άλλην τόσην ζημίαν, αλλά να τον επιάναμεν ζωντανόν». Κατά μία λαϊκή αφήγηση, τον φίλησε στο μέτωπο σε ένδειξη αναγνώρισης της γενναιότητας και του ανιδιοτελούς θάρρους του.
Ο Ιμπραήμ στη συνέχεια ολοκλήρωσε την κατάληψη της Μεσσηνίας, με την πυρπόληση της Καλαμάτας, και έπειτα στράφηκε κατά της Τριπολιτσάς, την οποία κατέλαβε στις 11 Ιουνίου 1825.
