Είναι ένα πιθανό σενάριο ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας;


Γράφει ο Αντιστράτηγος (ε.α.) Αντώνης Βασιλείου*.

Αυξάνεται η ανησυχία για τη ρωσική στρατιωτική δραστηριότητα στο νοτιοδυτικό θέατρο της Ρωσίας. Υπάρχουν απόψεις ότι η Ρωσία προετοιμάζει μια στρατιωτική εκστρατεία κατά της Ουκρανίας. Ο υποτιθέμενος στόχος είναι να σπάσει το αδιέξοδο των Συμφωνιών του Μινσκ, να επιβάλει περαιτέρω συνθήκες συνύπαρξης στο Κίεβο και τους δυτικούς εταίρους του, να αποτρέψει τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ από το να χρησιμοποιήσουν το έδαφος της Ουκρανίας για στρατιωτικούς σκοπούς, καθώς και να αναμορφώσει το πολιτικό σύστημα της χώρας και την κρατική της δομή.

Αρκετές ενδείξεις συνηγορούν υπέρ του στρατιωτικού σεναρίου. Η πρώτη ένδειξη είναι η πρόσφατη εμπειρία των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και οι πολιτικές συνέπειες της χρήσης τους. Η Μόσχα παρενέβη στη σύγκρουση της Γεωργίας με την Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία το 2008, αλλάζοντας γρήγορα την κατάσταση και αναγνωρίζοντας τις δύο αυτονομίες ως ανεξάρτητα κράτη. Το 2014 πραγματοποίησε αστραπιαία επιχείρηση στην Κριμαία, δημιουργώντας προϋποθέσεις για το επόμενο δημοψήφισμα για την επανένωση. Το 2015 άλλαξε ριζικά τη στρατιωτική κατάσταση στη Συρία αναπτύσσοντας μια συμπαγή αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική αεροπορική ομάδα με αποτέλεσμα τη διατήρηση της εξουσίας στα χέρια της κυβέρνησης Άσαντ. Όλα αυτά τα γεγονότα δείχνουν ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει βία ξαφνικά, με συγκεντρωτικό τρόπο και ταυτόχρονα να επιδιώξει συγκεκριμένες πολιτικές αλλαγές.

Η δεύτερη ένδειξη είναι ότι οι διεθνείς πολιτικές συνέπειες για τη Ρωσία που προέκυψαν από τις στρατιωτικές εκστρατείες ήταν σχετικά ανεπαρκείς. Κανένα ξένο κράτος δεν παρενέβη ανοιχτά σε αυτές τις συγκρούσεις. Οι οικονομικές κυρώσεις με τη σημερινή τους μορφή βλάπτουν τη ρωσική οικονομία, αλλά εξακολουθούν να μην είναι ο κύριος παράγοντας που συμβάλλει στα υπάρχοντα προβλήματα. Εν ολίγοις, δεν υπάρχουν σημαντικοί έλεγχοι και ισορροπίες σε μια νέα στρατιωτική εκστρατεία.

Η τρίτη ένδειξη είναι ότι η Ρωσία δεν είναι έτοιμη να αντέξει το υπάρχον status quo στις σχέσεις με την Ουκρανία. Το Κίεβο μιλά σχεδόν ανοιχτά για υπονόμευση των συμφωνιών του Μίνσκ και δεν είναι έτοιμο να τις εφαρμόσει. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ δεν μπορούν ή δεν θέλουν να το αλλάξουν αυτό, ενώ παράλληλα καλούν προφορικά τη Ρωσία να τηρήσει τις συμφωνίες. Η ίδια η Ουκρανία, μετά το 2014, για ευνόητους λόγους, ακολουθεί μια αντιρωσική γραμμή. Τα γεγονότα του 2014 ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση των εθνικιστών. Οποιαδήποτε προσπάθεια συνέχισης πολιτικού διαλόγου με τη Ρωσία κρίνεται απαράδεκτη. Στρατιωτικά αδύναμη και φοβούμενη περαιτέρω επιπλοκές με τη Μόσχα, η Ουκρανία επιδιώκει να εμβαθύνει τους αμυντικούς της δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους της, καθώς και να επεκτείνει τη στρατιωτική βοήθεια και τις προμήθειες. Στη Μόσχα, αυτό γίνεται αντιληπτό ως «χρήση» του εδάφους της Ουκρανίας από δυτικές χώρες και συνοδεύεται από επακόλουθες απειλές για τα στρατηγικά συμφέροντα της Ρωσίας.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις ενδείξεις, ένα σενάριο όπου η Ρωσία αναλαμβάνει δράση, μπορεί υποθετικά να εξεταστεί στη Δύση και στην Ουκρανία με τον ακόλουθο τρόπο.

Με ένα ξαφνικό και αποφασιστικό χτύπημα σε πολλές κατευθύνσεις ταυτόχρονα, τα ρωσικά στρατεύματα διαμελίζουν τις ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας στα ανατολικά της χώρας, περικυκλώνουν χωριστές ομάδες ή τις πιέζουν στον ποταμό Δνείπερο. Οι ενέργειες των αρμάτων μάχης και των μηχανοκίνητων μονάδων συνοδεύονται από ισχυρά πλήγματα από αέρα, πυραύλους και πυροβολικό. Οι ρωσικές αεροπορικές δυνάμεις εξασφαλίζουν την αεροπορική υπεροχή. Η αποθέωση της επιχείρησης θα πρέπει να είναι η περικύκλωση και η επακόλουθη κατάληψη του Κιέβου και η σταθεροποίηση της πρώτης γραμμής κατά μήκος του Δνείπερου. Η δημιουργία ενός νέου ουκρανικού κράτους με πρωτεύουσα το Κίεβο θα ανακοινωθεί και θα αναγνωριστεί από τη Ρωσία. Θα περιλαμβάνει τις προηγουμένως ανεξάρτητες DPR και LPR. Η Ρωσία επιλύει έτσι πολλά ιστορικά προβλήματα ταυτόχρονα. Η άμεση απειλή για τα νοτιοδυτικά σύνορα απομακρύνεται. Εξασφαλίζεται πλήρης έλεγχος στην Αζοφική Θάλασσα και ένας χερσαίος διάδρομος προς τη Δημοκρατία της Κριμαίας. Στον χάρτη θα υπάρχουν δύο ουκρανικά κράτη, το ένα από τα οποία θα είναι «φιλικό και αδελφικό».

Είναι προφανές βέβαια ότι ένα τέτοιο σενάριο φαίνεται απίθανο για τους παρακάτω λόγους:

Πρώτον: Μια τέτοια στρατιωτική σύγκρουση είναι απίθανο να καταλήξει σε οποιαδήποτε τελική συμφωνία. Μια νίκη επί των ενόπλων δυνάμεων της Ουκρανίας δεν θα οδηγήσει από μόνη της σε γρήγορη ειρήνη. Ο πόλεμος θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια διαρκή αντιπαράθεση, ειδικά εάν μέρος της επικράτειας (για παράδειγμα η Δυτική Ουκρανία) παραμείνει υπό τον έλεγχο των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων. Η κατάληψη ολόκληρης της Ουκρανίας είναι τεχνικά εφικτή. Ωστόσο, θα είναι πιο δαπανηρή και ο επακόλουθος έλεγχος θα ήταν πολύ πιο δύσκολος. Η επιλογή των «δύο ουκρανικών κρατών» θα επέτρεπε στη Ρωσία να απομακρύνει τους εθνικιστές στέλνοντας τους στο δυτικό «κράτος». Το σενάριο «μίας Ουκρανίας», θα ήταν αδύνατο, δεδομένων όλων των επακόλουθων συνεπειών.

Δεύτερον: Η σύγκρουση θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε μια απότομη αλλαγή στη δυτική προσέγγιση, όσον αφορά την παροχή στην Ουκρανία σύγχρονου στρατιωτικού εξοπλισμού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Δύση συνολικά, η νέα κατάσταση θα θεωρούνταν έκτακτη και δεν θα περιόριζε τα κονδύλια για την υποστήριξη των ενόπλων δυνάμεων της Ουκρανίας. Μεγάλης κλίμακας στρατιωτική βοήθεια από τη Δύση θα παρέτεινε τη σύγκρουση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοι τους δεν θα εισέλθουν σε ανοιχτή στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Μόσχα. Ωστόσο, το επίπεδο υποστήριξης του ουκρανικού στρατού θα αυξηθεί σημαντικά.

Τρίτον: Όσον αφορά το ουκρανικό ζήτημα, η Ρωσία θα βρισκόταν σε διπλωματική απομόνωση. Είναι απίθανο κάποια χώρα να εκφράσει υποστήριξη για τις ενέργειες της Μόσχας. Σε αντίθεση με την Κριμαία και το Ντονμπάς, μιλάμε για μια μεγάλης κλίμακας και ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων, δηλαδή για έναν πλήρη πόλεμο. Προς το παρόν, δεν υπάρχει εμφανής σύγκρουση μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης της Ουκρανίας. Η νομιμότητα των ενεργειών της Μόσχας σε αυτή την περίπτωση θα ήταν εξαιρετικά αδύναμη, αν όχι εντελώς αδύνατη. Επιπλέον, η Ρωσία θα έπρεπε να φέρει την ευθύνη για τις απώλειες αμάχων, οι οποίες θα ήταν αναπόφευκτες σε μια μεγάλης κλίμακας σύγκρουση.

Τέταρτον: Όλοι οι βασικοί δυτικοί παίκτες θα εισαγάγουν ποιοτικά νέες κυρώσεις και περιορισμούς κατά της Ρωσίας. Αυτά θα έβλαπταν ορισμένες δυτικές χώρες και θα προκαλούσαν προσωρινούς κλυδωνισμούς στις παγκόσμιες αγορές, αλλά η Δύση θα έπαιρνε τέτοια μέτρα, παρά το οικονομικό τους κόστος. Ένα πιθανό μέτρο θα ήταν η απαγόρευση αγοράς ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η σωρευτική ζημιά στη ρωσική οικονομία θα ήταν κολοσσιαία σε κλίμακα.

Πέμπτον: Ο έλεγχος της Ουκρανίας, ακόμη και του ανατολικού τμήματος της, θα μπορούσε να είναι προβληματικός. Λαμβάνοντας υπόψη τον αποκλεισμό των δυτικών κυρώσεων, τυχόν συναλλαγές με τα εδάφη της Ουκρανίας υπό ρωσικό έλεγχο θα ήταν αδύνατες. Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η ρωσική αγορά, υπό την επιβολή νέων κυρώσεων, θα είναι σε θέση να αντισταθμίσει τη ζημιά στα ουκρανικά εδάφη που βρίσκονται υπό ρωσικό έλεγχο.

Έκτον: Η πίστη του πληθυσμού της Ανατολικής Ουκρανίας στη Ρωσία δεν είναι προφανής. Παρά όλες τις εσωτερικές διαφωνίες, τα τελευταία 30 χρόνια η Ουκρανία έχει αναπτύξει τη δική της ταυτότητα πολιτών. Ο πληθυσμός των ανατολικών περιοχών μπορεί να έχει αρνητική στάση απέναντι στον υπερβολικό εθνικισμό. Ωστόσο, αυτό δεν εγγυάται την πίστη τους στη Ρωσία. Επιπλέον, ο πόλεμος θα μπορούσε τελικά να υπονομεύσει τη συμπάθεια για τη Ρωσία, η οποία έχει ήδη μειωθεί τα τελευταία χρόνια.

Έβδομο και τελευταίο: Δεν υπάρχει απαίτηση στην κοινωνία για πόλεμο με έναν γείτονα, ακόμη και παρά την απεχθή αντιρωσική συζήτηση στην Ουκρανία. Σε περίπτωση σύγκρουσης, οι ανθρώπινες απώλειες θα γίνονταν μόνιμος παράγοντας. Σε συνδυασμό με μια πιθανή οικονομική κρίση, αυτές δεν είναι οι καλύτερες προϋποθέσεις για τη δημιουργία δημόσιας στήριξης. Ενώ η επανένωση με την Κριμαία έγινε αποδεκτή με ενθουσιασμό στη ρωσική κοινωνία για πολλούς λόγους, ένας μεγάλος πόλεμος είναι απίθανο να βρει τέτοια υποστήριξη.

Με άλλα λόγια, το κόστος ενός πιθανού πολέμου υπερβαίνει κατά πολύ τα οφέλη και τίθεται το ερώτημα, σε ποιον και υπό ποιές συνθήκες είναι επωφελές αυτό το σενάριο; Από την άποψη της ισορροπίας οφελών και ζημιών, καμία πλευρά δεν ενδιαφέρεται για έναν πραγματικό πόλεμο. Επομένως, δύσκολα αξίζει να θεωρηθεί το σενάριο πολέμου ως πιθανό.

Ωστόσο, η ιστορία γνωρίζει πολλά παραδείγματα όταν οι ορθολογικοί υπολογισμοί δεν κατάφεραν να βάλουν τέλος στην κλιμάκωση.

Ο πόλεμος είναι γεμάτος με σημαντικούς κινδύνους για την οικονομία, την πολιτική σταθερότητα και τη ρωσική εξωτερική πολιτική. Αποτυγχάνει να λύσει βασικά προβλήματα ασφάλειας, ενώ δημιουργεί πολλά νέα. Ας ελπίσουμε ότι αυτό το σενάριο δεν θα συμβεί.

* Ο Αντώνης Βασιλείου είναι Αντιστράτηγος (εα), Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός, MSc Επιχειρησιακός Ερευνητής, τ. Σύμβουλος ΟΑΣΕ επί Συμβατικών Εξοπλισμών και τ. Μελετητής των Συστημάτων Διοικήσεως και Ελέγχου Πληροφοριών του ΝΑΤΟ (www.antoniosvasileiou.gr).

Τα άρθρα και τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα αυτή εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της. Επίσης ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση των άρθρων και των σχολίων χωρίς την αναφορά της σελίδας ως πηγή.

Ακολουθήστε την ιστοσελίδα μου στο GOOGLE NEWS για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

© 2022 Antonios L Vasileiou