Η συνάντηση Μπάϊντεν – Ερντογάν στο G-20 έβαλε τις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας στην κατάψυξη.


Γράφει ο Αντιστράτηγος (ε.α.) Αντώνης Βασιλείου*.

Την Κυριακή 31 Οκτωβρίου, ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συναντήθηκε για δεύτερη φορά μέσα σε ένα χρόνο με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάϊντεν, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής των G20 στη Ρώμη.

Παρά το εποικοδομητικό κλίμα της συνάντησης από την Άγκυρα και την Ουάσιγκτον, είναι σαφές ότι έχει σημειωθεί μικρή πρόοδος και για τις δύο πλευρές.

Στις δηλώσεις που ακολούθησαν, και οι δύο πλευρές έκαναν λόγο για επιθυμία διαχείρισης των σχέσεων σε θετική κατεύθυνση μετά από μια δεκαετία έντασης. Από πλευράς της τουρκικής προεδρίας προβάλλεται ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε θετική ατμόσφαιρα, ότι προβλήθηκε κοινή βούληση για περαιτέρω ενίσχυση και προώθηση των σχέσεων και ότι θα συγκροτηθεί ένας κοινός μηχανισμός για να την υλοποίηση αυτή.

Ο Λευκός Οίκος εξέδωσε πιο αναλυτική δήλωση μετά τη συνάντηση. Τόνισε ότι ο Μπάϊντεν εξέφρασε την εκτίμηση για τις τουρκικές συνεισφορές στο ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, επιβεβαίωσε την αμυντική τους συνεργασία και υπογράμμισε την επιθυμία να διατηρήσουν εποικοδομητικές σχέσεις. Σε αντίθεση με την τουρκική δήλωση, η αμερικανική πλευρά σημείωσε ότι ο Μπάϊντεν ανέφερε τις αμερικανικές ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία, καθώς και για την αμυντική της σχέση με τη Ρωσία.

Ο Μπάϊντεν και ο Ερντογάν χαιρέτησαν επίσης την πρώτη τους συνάντηση τον Ιούνιο την οποία χαρακτήρισαν ως εποικοδομητική. Εκείνη την εποχή, ο Ερντογάν είχε έναν ισχυρότερο ρόλο στο Αφγανιστάν μετά την ολοκλήρωση της αποχώρησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, με την Ουάσιγκτον να εκφράζει την υποστήριξη της σε οποιαδήποτε αποστολή. Η συνάντηση είχε πραγματοποιηθεί μετά την απόφαση του Μπάϊντεν να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων του 1915, ιστορικά μια κόκκινη γραμμή για την Τουρκία, αλλά φάνηκε να έχει ελάχιστη επίδραση στις συνομιλίες εκείνη την εποχή.

Τους μήνες μετά από εκείνη την πρώτη συνάντηση, οι εντάσεις στη σχέση τους έγιναν ξανά γνωστές. Η κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν τον Αύγουστο διέλυσε τις ελπίδες της Άγκυρας να κερδίσει ξανά την υποστήριξη στην Ουάσιγκτον. Το Κατάρ, σύμμαχος της Τουρκίας, εμφανίστηκε ως ο προτιμώμενος εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών στο Αφγανιστάν, αφού το βασίλειο συνέβαλε εκτενώς στην αμερικανική αποχώρηση μέσω της χρήσης του εδάφους του και των σχέσεων του με τους Ταλιμπάν.

Ένα μήνα αργότερα, ο Ερντογάν εξοργίστηκε που ο Μπάϊντεν δεν συμφώνησε να συναντηθεί μαζί του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη. Σε συνέντευξή του στο CBS News κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, ο Ερντογάν είχε πει πώς οι σχέσεις του με τον Μπάϊντεν ήταν οι χειρότερες που είχε με οποιονδήποτε άλλο πρόεδρο των ΗΠΑ μέχρι σήμερα.

Λιγότερο από μια εβδομάδα αργότερα, ο Ερντογάν εμφανίστηκε στη Μόσχα για να συναντήσει τον Πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν, όπου διατύπωσε την ιδέα να αποκτήσει περισσότερα ρωσικά όπλα. Η αρχική αγορά από την Τουρκία του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας S-400 από τη Ρωσία έχει οδηγήσει σε κυρώσεις από τις ΗΠΑ υπό τον πρώην πρόεδρο Ντόναλντ Τράμπ και την απομάκρυνση της από το κοινό πρόγραμμα μαχητών κρούσης F-35.

Πίσω από όλη την αγανάκτηση απέναντι στον Μπάϊντεν, ο Ερντογάν βρίσκεται ίσως στην πιο δύσκολη θέση στις δύο δεκαετίες διακυβέρνησης του. Αναμετρώμενος με μια γονατισμένη οικονομία και μια τολμηρή αντιπολίτευση, ο Ερντογάν αναζητά μια νίκη στο εξωτερικό για να την παρουσιάσει στο τουρκικό κοινό, το οποίο χάνει την εμπιστοσύνη του σε αυτόν, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις. Η εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια είναι η κύρια αρένα στην οποία ο Ερντογάν μπορεί να φιμώσει τους επικριτές του και να κερδίσει μια θέση για τον εαυτό του στην παγκόσμια σκηνή.

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Τράμπ, ο Ερντογάν διεξήγαγε μια επιθετική εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή, στο Νότιο Καύκασο και στην Ανατολική Μεσόγειο Θάλασσα. Αυτές οι προσπάθειες έγιναν με τη συναίνεση του Προέδρου Τράμπ, ο οποίος θεωρούσε τον Ερντογάν προσωπικό φίλο και ενδιαφερόταν περισσότερο να περιορίσει την εμπλοκή των ΗΠΑ σε αυτές τις περιοχές.

Από τότε που εισήλθε ο Μπάϊντεν στον Λευκό Οίκο, ο Ερντογάν κρατήθηκε σε απόσταση από τον νέο πρόεδρο. Ο Ερντογάν βλέπει τις διμερείς σχέσεις μέσα από το πρίσμα των διαπροσωπικών σχέσεων και καθώς πλησιάζει σε αυτό που λέμε πολιτικό τέλος, η διαχείριση των εντυπώσεων έχει αντικαταστήσει τη διπλωματία, ως τον κύριο τρόπο λειτουργίας της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας. Η εμφανής περιφρόνηση του Μπάϊντεν και η έλλειψη έμφασης στις προσωπικές σχέσεις, δημιουργούν μια ιδιαίτερη πρόκληση για τον Ερντογάν.

Το φλερτ του Ερντογάν με την ιδέα να αγοράσει περισσότερα όπλα από τη Ρωσία, δείχνει ότι δεν έχει υποχωρήσει από την ιδέα να το παίξει εναντίον των ΗΠΑ όταν χρειαστεί. Στρατιωτικοί αξιωματούχοι και από τις δύο πλευρές μέχρι το ανώτατο επίπεδο, συνεχίζουν να συνομιλούν τακτικά, αλλά η Τουρκία εξακολουθεί να επιμένει ότι είναι δικαίωμα της να χειριστεί τους S-400. Στη Συρία, ο Ερντογάν έχει απειλήσει να ανανεώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των υποστηριζόμενων από τις ΗΠΑ Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί ως προέκταση του παράνομου Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK).

Πέρα από τις αντοχές του στο εξωτερικό, ο Ερντογάν παραμένει αντίθετος στην κριτική των ΗΠΑ για την κυριαρχία του στο εσωτερικό. Στις 18 Οκτωβρίου, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία ενώθηκε μαζί με εννέα άλλους δυτικούς απεσταλμένους για να επικρίνουν τη συνεχιζόμενη φυλάκιση του Τούρκου ακτιβιστή Osman Kavala.

Ο Ερντογάν επιτέθηκε απειλώντας ότι θα απελάσει τους πρεσβευτές και οι ΗΠΑ συμφώνησαν αργότερα σε μια δήλωση ότι σέβονται τις εσωτερικές υποθέσεις της Τουρκίας. Αυτό θεωρήθηκε από ορισμένους παρατηρητές ως υποχώρηση από τις ΗΠΑ στο να μιλούν ανοιχτά για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία του Ερντογάν.

Στη δήλωση του μετά τη συνάντηση τους με τον Ερντογάν, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι :

«Ο Πρόεδρος Τζόζεφ Ρ. Μπάϊντεν, Τζούνιορ, συναντήθηκε σήμερα με τον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν της Τουρκίας στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής της G20.

Ο Πρόεδρος Μπάϊντεν υπογράμμισε την επιθυμία του να διατηρήσει εποικοδομητικές σχέσεις, να επεκτείνει τους τομείς συνεργασίας και να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις διαφωνίες μας.

Εξέφρασε την εκτίμησή του για τις σχεδόν δύο δεκαετίες συνεισφοράς της Τουρκίας στην αποστολή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν.

Οι ηγέτες συζήτησαν την πολιτική διαδικασία στη Συρία, την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας σε Αφγανούς που έχουν ανάγκη, τις εκλογές στη Λιβύη, την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο και τις διπλωματικές προσπάθειες στον Νότιο Καύκασο.

Ο Πρόεδρος Μπάϊντεν επιβεβαίωσε την αμυντική μας συνεργασία και τη σημασία της Τουρκίας ως Σύμμαχου του ΝΑΤΟ, αλλά σημείωσε τις ανησυχίες των ΗΠΑ για την κατοχή από την Τουρκία του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400.

Τόνισε επίσης τη σημασία των ισχυρών δημοκρατικών θεσμών, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου για την ειρήνη και την ευημερία.»

Μετά από όλα αυτά, είναι προφανές ότι είναι μακρύς ο δρόμος για βελτίωση των σχέσεων της τουρκίας του Ερντογάν με τις ΗΠΑ του Μπάϊντεν.

Με πληροφορίες από το world politics review

* Ο Αντώνης Βασιλείου είναι Αντιστράτηγος (εα), Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός, MSc Επιχειρησιακός Ερευνητής, τ. Σύμβουλος ΟΑΣΕ επί Συμβατικών Εξοπλισμών και τ. Μελετητής των Συστημάτων Διοικήσεως και Ελέγχου Πληροφοριών C3I του ΝΑΤΟ (www.antoniosvasileiou.gr).

Τα άρθρα και τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα αυτή εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της. Επίσης ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση των άρθρων και των σχολίων χωρίς την αναφορά της σελίδας ως πηγή.

Ακολουθήστε την ιστοσελίδα μου στο GOOGLE NEWS για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

© 2022 Antonios L Vasileiou