ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ, Ο ΗΡΩΑΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΠΡΟΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΜΕ ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ…….


Από ανάρτηση του Στρατηγού (εα) Κωνσταντίνου Ζιαζιά, Επίτιμου Αρχηγού ΓΕΣ, στο Facebook.

ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΑΥΤΟΥΣ , ΠΟΥ  ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΑΝ ….

ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ, ΕΝΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ……ΕΝΑΣ ΑΔΟΛΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ , ΠΕΘΑΝΕ  ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ 25 Σεπτεμβρίου 1849.

ΛΙΓΟΙ ΤΟΝ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ,ΛΙΓΟΙ ΤΟΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΝ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΑΠΟΥΣΑ………ΚΑΙ Η ΝΕΟΛΑΙΑ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΤΕΡΕΑ ΠΡΩΤΥΠΑ,ΕΧΕΙ ΧΑΣΕΙ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΤΗΣ ΦΡΟΝΗΜΑ ……..

Ο Νικηταράς ήταν ο πιο ακαταπόνητος οπλαρχηγός του 1821. Παρών σε όλα σχεδόν τα πεδία των μαχών της Επανάστασης έλαβε το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος».

Δεν δέχθηκε καμία αμοιβή για τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα. …

Ύστερα από τη μάχη στα Δερβενάκια, ο Νικηταράς,  που τόση καταστροφή προξένησε στους Τούρκους  στέλνει στην σύζυγό του Αγγελίνα ένα καλοτυλιγμένο πακετάκι. Όλοι νόμισαν ότι θα περιείχε κάποιο διαμαντένιο κόσμημα, από τα τόσα που έπεσαν στα χέρια των παλικαριών, που μοιράστηκαν τους θησαυρούς του Τούρκου πασά. Γι’ αυτό όσοι τόμαθαν,  έτρεξαν  περίεργοι να το περιεργαστούν.

Καθώς όμως η σύζυγος του  άνοιξε το δέμα, βρήκε μια ξύλινη ταμπακιέρα κι ένα σημείωμα του άντρα της που έγραφε:

…Τα παλικάρια μου, μου πρόσφεραν τούτη την ταμπακιέρα κι ένα σπαθί στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Το σπαθί το χάρισα στη διοίκηση της Ύδρας, για να χρησιμεύσει στο αρμάτωμα του στόλου που τόσο χρειάζεται στην Πατρίδα. Την ταμπακιέρα τη στέλνω σε σένα που μου είσαι το πιο αγαπημένο πρόσωπο που έχω στον κόσμο ύστερα από την Πατρίδα….

Τον Δεκέμβριο του 1839 το οθωνικό κράτος φυλάκισε τον Νικηταρά με την κατηγορία της συνομωσίας κατά του θρόνου.

Οι άθλιες συνθήκες κράτησης προκάλεσαν ανεπανόρθωτες βλάβες στην υγεία του.

Η υπερβολική υγρασία στο κελί, η απαγόρευση κάθε επικοινωνίας, οι καθημερινοί ξυλοδαρμοί από τους δεσμοφύλακες και η πεισματώδης άρνηση του Βαυαρού γιατρού να δώσει άδεια μεταφοράς του σε νοσοκομείο, «κατάφεραν» να τον κλονίσουν όσο καμιά μάχη εναντίον των Τούρκων….

Η δίκη του έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 1840.

Το δικαστήριο τον αθώωσε, αλλά ο Όθωνας διέταξε τον εγκλεισμό του στις φυλακές της Αίγινας.

Τελικά έπειτα από 14 μήνες του απένειμε χάρη.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1841 ο Νικηταράς επέστρεψε στο φτωχικό του σπίτι στον Πειραιά.

Ωστόσο, το δράμα του δεν είχε κορυφωθεί ακόμα.

Η επιστροφή του προκάλεσε τέτοια συναισθηματική φόρτιση στη μικρότερή του κόρη, ώστε αυτή έχασε τα λογικά της. Η νέα δυστυχία του έδωσε τη «χαριστική βολή».

Η κακή του ψυχολογική κατάσταση επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την υγεία του.

Σιγά-σιγά άρχισε να χάνει την όρασή του και λίγο πριν πεθάνει τυφλώθηκε τελείως….

Το απόβραδο της 24ης Σεπτεμβρίου του 1849, ζητά από την γυναίκα του Αγγελίνα να τον βγάλει στο λιακωτό ν’ αντικρίσει για τελευταία φορά το ηλιοβασίλεμα και η Αγγελίνα που ήξερε από χρόνια ότι ήταν τυφλός του απαντά: «Μα τι να δεις Νικήτα μου, αφού δεν βλέπεις;» Και εκείνος της απαντά: «Να νιώσω το τελευταίο ηλιοβασίλεμα στην θάλασσα».

Έτσι κι έγινε. Το πρωί στις 6 ώρα της 25ης Σεπτεμβρίου του 1849 ο Στρατηγός Νικήτας Σταματελόπουλος έσβησε. Τα άσχημα μαντάτα φτάνουν γρήγορα και πλήθος κόσμου φτάνει στο φτωχικό του στην Καστέλα για να τιμήσουν τον Άνθρωπο Νικήτα. Η επιθυμία του ήταν να ταφεί στο Μοριά. Η οικογένειά του ήθελε στην Καστέλλα, αλλά επικράτησε η γνώμη των συναγωνιστών του στρατηγών και γερουσιαστών και τον έφεραν από την Καστέλλα του Πειραιά στην Αθήνα για να τον θάψουν στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, δίπλα στον μπάρμπα του Θόδωρο Κολοκοτρώνη για να τα λένε, όπως κι έγινε. Η εξόδιος ακολουθία έγινε στην Αγία Ειρήνη στην οδό Αιόλου. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας. Τον επιτάφιο εκφώνησε ο Παναγιώτης Σούτσος. Μια παράγραφος από τον λόγο του είναι η εξής:

«Ω σεις Αίαντες, Διομήδαι, Αγαμέμνονες, Οδυσσείς και Νέστορες του ελληνικού αγώνος, οι συνοδεύοντες εις το έσχατον αναπαυτήριον του νέου ΑΧΙΛΛΕΑ του Τουρκομάχου Ελλάδος Νικήταν τον Τουρκοφάγον».

Όπως διηγείται ο Μακρυγιάννης, η εντιμότητα του Νικηταρά δεν είχε μέτρο. Όταν πήρε εντολή από τον Κωλέττη να πάει να συναντήσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στον Παρνασσό, έστειλε κρυφά αγγελιοφόρο στον Οδυσσέα ο Κωλέττης και του έλεγε ότι έρχεται ο Νικηταράς να σε σκοτώσει και να πάρει το στράτευμα. Μαθαίνοντας αυτό ο Οδυσσέας, έστησε μπλόκο και έπιασε τον Νικηταρά αιχμάλωτο. Αφού τον αλυσοδέσανε, τον πήγαν στη σπηλιά που έμενε ο Οδυσσέας. Μόλις αντίκρυσε τον Οδυσσέα του είπε: «Τι καμώματα είναι αυτά Δυσσέα;» Και αυτός του είπε το ιστορικό με τον Κωλέττη. Τότε του είπε ο Νικηταράς: «Επειδή και στο μέλλον θα επιχειρήσουν τα ίδια, εγώ προτείνω να γίνουμε αδελφοποιτοί».

Ο Οδυσσέας τον κοίταξε με ντροπή, διότι μπορεί να είχε σκοτώσει έναν φίλο του και πολύτιμο αγωνιστή του έθνους. Παίρνει ο Νικηταράς το γιαταγάνι του και χαράζει το χέρι του να τρέξει αίμα.«Αν με πιστεύεις κάνε και συ το ίδιο», του λέει. Τότε ο Οδυσσέας χαράζει το χέρι του και το βάζει πάνω στο χέρι του Νικηταρά κι έγιναν αδέλφια. Δυστυχώς ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δεν γλύτωσε από τους σπιούνους του Κωλέττη και το τέλος ήταν οικτρό, αφού πρώτα τον φυλάκισαν στην Ακρόπολη των Αθηνών, μετά τον σκότωσαν ρίχνοντάς τον από το Ιερό Βράχο.

Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς όταν τον επισκέφτηκε ο δοξασμένος θείος του, ο Γέρος του Μοριά. Καθισμένοι στην αυλή του σπιτιού οι δυο Στρατηγοί συζητούσαν για τα περιστατικά του αγώνα, όταν ένα τσούρμο από παιδιά της γειτονιάς, μπήκαν στον αυλόγυρο κι άρχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα για τον ερχομό του καινούργιου χρόνου.

Όταν τελείωσαν τα παιδιά, ο Νικηταράς ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη μερικούς παράδες να τους δώσει, όπως ήταν το έθιμο, γιατί εκείνος δεν είχε.

Ο Γέρος του έδωσε πρόθυμα, αλλά του είπε για να τον πειράξει:

– Δεν ντρέπεσαι να διακονεύεις, κοτζάμ καπετάνιος εσύ, με τόσες δόξες; Τι σόι Στρατηγός είσαι τότενες.

Ο Νικηταράς κοίταξε ήρεμα το θείο του και του απάντησε σεμνά:

– Πραματευτής δεν ήμουνα. Η μοίρα μου το θέλησε να γίνω καπετάνιος. Μα δε θα ήτανε σωστό να κάνω πραμάτεια το καπετανλίκι μου για να καζαντίσω!!! Πρότυπο παλληκαριάς και αρετής. Άνδρας απλός, άκακος, ειλικρινής και τίμιος. Ενώ είχε τρόπους να πλουτίσει όπως και άλλοι οπλαρχηγοί, ο Νικηταράς καταφρόνησε τα λάφυρα. Απέκτησε όμως πλούτο και θησαυρό ανεξάντλητο και πολυτιμότερο, την υπόληψη και τον σεβασμό όλου του Πανελληνίου.

Η πατρίδα όμως δεν ξέρει να τιμάει τα παιδιά της.

Εάν δεν υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Νικηταρά, τον Κολοκοτρώνη, τον Πλαπούτα και τόσους άλλους αγωνιστές του 1821, δεν ξέρουμε αν υπήρχε Ελλάδα στον χάρτη. Ας τους συγχωρέσει ο Θεός για όσα τους έκαναν άνθρωποι και θεσμοί, όπως τους συγχωρούσε ο Νικήτας.

Τα άρθρα και τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα αυτή εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της. Επίσης ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση των άρθρων και των σχολίων χωρίς την αναφορά της σελίδας ως πηγή.

Ακολουθήστε την ιστοσελίδα μου στο GOOGLE NEWS για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

© 2022 Antonios L Vasileiou