Του Αντώνη Βασιλείου
Επιστολή με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2025 υποβλήθηκε από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στον ΟΗΕ προς τον Γενικό Γραμματέα, με την οποία διαβιβάζει την επιστολή με ημερομηνία 12 Ιουνίου 2025,του Mehmet Dânâ, Εκπροσώπου των κατεχομένων της Κύπρου.
Η εν λόγω επιστολή πρωτοκολλήθηκε την 1η Ιουλίου και δημοσιεύθτηκε την 14η Ιουλίου 2025, λίγο πριν την άτυπη διευρυμένη διάσκεψη για το Κυπριακό, στη Νέα Υόρκη.
Ακολουθεί το διαβιβαστικό και η επιστολή του κατοχικού εκπροσώπου σε μετάφραση Αντώνη Βασιλείου, χωρίς να υιοθετείται ούτε να αναγνωρίζεται ο τίτλος “Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου”.

Γενική Συνέλευση – Συμβούλιο Ασφαλείας
Εβδομηκοστή ένατη σύνοδος – Ογδοηκοστό έτος
Θέμα ημερήσιας διάταξης 40
Το Κυπριακό Ζήτημα
Επιστολή με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2025 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στον ΟΗΕ προς τον Γενικό Γραμματέα
Έχω την τιμή να σας διαβιβάσω την επιστολή με ημερομηνία 12 Ιουνίου 2025, η οποία σας απευθύνεται από τον Mehmet Dânâ, Εκπρόσωπο της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (βλ. παράρτημα).
Θα σας ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή και το παράρτημά της μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, υπό το θέμα της ημερήσιας διάταξης 40, καθώς και του Συμβουλίου Ασφαλείας.
(Υπογεγραμμένο) Ahmet Yıldız
Μόνιμος Αντιπρόσωπος
Παράρτημα στην επιστολή με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2025 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στον ΟΗΕ προς τον Γενικό Γραμματέα
Σας γράφω ως απάντηση στη δήλωση που έγινε από τον εκπρόσωπο των Ελληνοκυπρίων στη δημόσια συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας για την προστασία των αμάχων σε ένοπλες συγκρούσεις, που πραγματοποιήθηκε στις 22 και 23 Μαΐου 2025, η οποία για άλλη μία φορά διαστρέβλωσε κατάφωρα τα γεγονότα που αφορούν την Κύπρο. Η ελληνοκυπριακή πλευρά εκμεταλλεύεται την απουσία της τουρκοκυπριακής πλευράς από διεθνή φόρα για να παραπλανήσει τη διεθνή κοινότητα και να αποσπάσει την προσοχή από τη μοναδική της ευθύνη για τη δημιουργία και τη διατήρηση του Κυπριακού προβλήματος. Συνεπώς, είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω γραπτώς προκειμένου να αποκαταστήσω την αλήθεια.
Καταρχάς, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι το Κυπριακό ξεκίνησε το 1963, και όχι το 1974, όταν η ελληνοκυπριακή πλευρά κατέλαβε βίαια τον τίτλο της εταιρικής Δημοκρατίας της Κύπρου και απέβαλε τον Τουρκοκύπριο εταίρο της από όλα τα κρατικά όργανα. Κατά την περίοδο από το 1963 έως το 1974 —μια περίοδο που ο εκπρόσωπος των Ελληνοκυπρίων επέλεξε βολικά να αγνοήσει— η ελληνοκυπριακή πολιτοφυλακή, με τη βοήθεια και ενθάρρυνση της Ελλάδας, συμμετείχε σε μια εκστρατεία εθνοκάθαρσης κατά των Τουρκοκυπρίων, γνωστή ως το Σχέδιο Ακρίτας, με τελικό στόχο την ένωση (την προσάρτηση ολόκληρου του νησιού στην Ελλάδα). Αυτή η εκτεταμένη βία και οι επακόλουθες κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανάγκασαν το Συμβούλιο Ασφαλείας να αναπτύξει την Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ στην Κύπρο το 1964 για να σταματήσει την αιματοχυσία και τις φρικαλεότητες κατά των Τουρκοκυπρίων. Οι επίμονες προσπάθειες της ελληνοκυπριακής πλευράς να δημιουργήσει ένα πέπλο καπνού γύρω από αυτή την πραγματικότητα, αξιοποιώντας στο έπακρο τον σφετερισμένο τίτλο της, δεν μπορούν να αλλάξουν τα ιστορικά γεγονότα του νησιού ως προς το ποιος είναι ο επιτιθέμενος και ποιος το θύμα στην Κύπρο. Παρά τον πλούτο των εγγράφων των Ηνωμένων Εθνών που μαρτυρούν αυτά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, η παντελής απουσία αναφοράς σε αυτά στη σχετική δήλωση αποτελεί απόδειξη ότι πρόκειται για ένα ακόμη επεισόδιο της γνωστής ελληνοκυπριακής προπαγάνδας.
Όσον αφορά το ζήτημα των αγνοουμένων, θα ήθελα να επαναλάβω ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για αυτό το ανθρωπιστικό ζήτημα, το οποίο επηρεάζει τόσο Τουρκοκύπριους όσο και Ελληνοκύπριους, συμβάλλοντας στο έργο της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοουμένους ώστε αυτή να εκπληρώσει με επιτυχία την αποστολή της. Πρέπει να τονιστεί ότι η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων είναι άμαχοι, ενώ η πλειονότητα των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων είναι στρατιωτικό προσωπικό. Παρά τη δημιουργική και ειλικρινή στάση της τουρκοκυπριακής πλευράς, ο μοναδικός στόχος της ελληνοκυπριακής πλευράς, δυστυχώς, είναι να πολιτικοποιήσει αυτό το ανθρωπιστικό ζήτημα για προπαγανδιστικούς σκοπούς σε διεθνή φόρα, περιλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών, αντί να εμπλακεί θετικά στο έργο της Επιτροπής.
Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός περί “εκτοπισμένων” ατόμων αποτελεί μέρος παρωχημένης ελληνοκυπριακής προπαγάνδας που βολικά παραλείπει το γεγονός ότι το ζήτημα αυτό ανάγεται στο 1963, όταν Τουρκοκύπριοι σε ολόκληρο το νησί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους φοβούμενοι για τη ζωή τους. Αν και πολλοί Τουρκοκύπριοι καθώς και Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν επίσης το 1974 ως αποτέλεσμα του πραξικοπήματος Ελλήνων/Ελληνοκυπρίων και των συνεπειών του, το ζήτημα των εκτοπισμένων διευθετήθηκε πλήρως μέσω της Συμφωνίας Εθελοντικής Ανταλλαγής Πληθυσμών, η οποία επιτεύχθηκε μεταξύ των δύο πλευρών στον τρίτο γύρο συνομιλιών στη Βιέννη το 1975. Κατόπιν αυτής της Συμφωνίας, Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι μεταφέρθηκαν, αντιστοίχως, στη Βόρεια και Νότια Κύπρο υπό την επίβλεψη της Ειρηνευτικής Δύναμης του ΟΗΕ στην Κύπρο. Δεδομένων αυτών των γεγονότων, η αναφορά σε Ελληνοκύπριους που ζουν στη Νότια Κύπρο ως “εκτοπισμένους” είναι ακατάλληλη.
Δυστυχώς, η ελληνοκυπριακή διοίκηση επιχειρεί επίσης να εκμεταλλευτεί τους Ελληνοκύπριους και Μαρωνίτες που ζουν στην Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου για σκοπούς πολιτικής προπαγάνδας, αποκαλώντας τους “εγκλωβισμένους”. Επιπλέον, οι Ελληνοκύπριοι και Μαρωνίτες που επέλεξαν να κατοικούν στην επικράτειά μας, σύμφωνα με τη Συμφωνία Εθελοντικής Ανταλλαγής Πληθυσμών του 1975, απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που παρέχονται στους πολίτες της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας μετακίνησης, θρησκείας, έκφρασης, εκπαίδευσης κ.λπ. Επιθυμώ επίσης να τονίσω ότι ο όρος “εγκλωβισμένοι” επινοήθηκε αρχικά από τον τότε Γενικό Γραμματέα Ου Θαντ για να περιγράψει τη δεινή θέση των Τουρκοκυπρίων μεταξύ 1963 και 1974, οι οποίοι εξαναγκάστηκαν από την ελληνοκυπριακή πλευρά να ζουν σε μικρούς θυλάκους διάσπαρτους σε όλο το νησί, που κάλυπταν μόλις το 3% της επικράτειας της Κύπρου.
Υπό αυτό το πρίσμα, είναι σαφές ότι τα παραπλανητικά σχόλια του Ελληνοκύπριου εκπροσώπου δεν υποστηρίζονται από νομικά και ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με το νησί. Αντί λοιπόν να προβαίνει σε αβάσιμες κατηγορίες, οι οποίες απλώς δημιουργούν περιβάλλον δυσπιστίας και εχθρότητας μεταξύ των δύο λαών του νησιού, η ελληνοκυπριακή πλευρά θα πρέπει να καταβάλει περισσότερες προσπάθειες για τη δημιουργία ενός κλίματος συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών στην Κύπρο, όπως καλεί και η έκθεσή σας της 3ης Ιανουαρίου 2025 (S/2025/6).
Επωφελούμενος της παρούσας ευκαιρίας, θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω στη διοίκηση των Ελληνοκυπρίων ότι ο ομόλογός της είναι — και πάντοτε ήταν — η τουρκοκυπριακή πλευρά, όχι η Τουρκία.
Θα σας ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή κυκλοφορούσε ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, υπό το θέμα της ημερήσιας διάταξης 40, καθώς και του Συμβουλίου Ασφαλείας.
(Υπογεγραμμένο) Mehmet Dânâ
Εκπρόσωπος
Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου
Ακολουθούν τα πρωτότυπα έγγραφα από το αρχείο του ΟΗΕ.
