Η κρίση της Ρωσίας στην Ουκρανία θα μπορούσε να καθορίσει το μέλλον της κυριαρχίας.


Γράφει ο Αντιστράτηγος (ε.α.) Αντώνης Βασιλείου*.

Πέρα από τις άμεσες επιπτώσεις της για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, η τρέχουσα κρίση στα σύνορα Ουκρανίας – Ρωσίας υπογραμμίζει τη διαρκή σημασία της κρατικής κυριαρχίας ως αρχής τάξης στην παγκόσμια πολιτική, παρά τους συχνούς ισχυρισμούς ότι η παγκοσμιοποίηση την έχει καταστήσει ξεπερασμένη. Εκθέτει επίσης την τάση των κυβερνήσεων να επικαλούνται, να απορρίπτουν ή να επανερμηνεύουν αυτή τη θεμελιώδη αρχή για να ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους. Στην πραγματικότητα, η παγκόσμια σταθερότητα εξαρτάται πλέον από το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν και να υπερασπιστούν την κεντρική θέση της κρατικής κυριαρχίας έναντι μιας ρωσικής προσπάθειας να την απορρίψουν.

Ως ένα επίπεδο, η κατάσταση στην Ουκρανία φαίνεται να έχει στρέψει τη μακροχρόνια ρωσική και δυτική ρητορική για την κυριαρχία. Η Ρωσία, παλαιότερα, αυτοαποκαλούμενη υπέρμαχος του βεστφαλικού κανόνα της μη παρέμβασης στα Ηνωμένα Έθνη, έχει τώρα 100.000 στρατιώτες έτοιμους να εισβάλουν, να καταλάβουν εδάφη και ίσως να σβήσουν την ανεξαρτησία του γείτονα της. Εν τω μεταξύ, τα δυτικά έθνη, τα οποία από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου πρωτοστάτησαν σε δόγματα περί «ενδεχομένης» κυριαρχίας, στα οποία η χορηγία ενός κράτους στην τρομοκρατία, η διάπραξη μαζικών θηριωδιών ή η συμμετοχή σε άλλη κακή συμπεριφορά αναιρεί την εξουσία του, έχουν γίνει σκληροπυρηνικοί της κυριαρχίας, χαρακτηρίζοντας τις ενέργειες της Ρωσίας ως απειλή για την παγκόσμια τάξη και επιμένοντας στο απόλυτο δικαίωμα της Ουκρανίας να καθορίσει τη δική της γεωπολιτική ευθυγράμμιση.

Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η φαινομενική υπεράσπιση της κρατικής κυριαρχίας από το Κρεμλίνο στο παρελθόν επικεντρώθηκε στενά στην προστασία των αυταρχικών καθεστώτων, συμπεριλαμβανομένου του Ρωσικού, από την ανάμειξη στις δυτικές προσπάθειες για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και των ανοιχτών κοινωνιών, καθώς και από στρατιωτικές επεμβάσεις. Η Ρωσία έχει εκτρέψει, για παράδειγμα, σχεδόν όλες τις προσπάθειες του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ να ελέγξει το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία, το οποίο υποστηρίζει το Κρεμλίνο.

Εδώ, η ρωσική στάση απέναντι στον κυβερνοχώρο και τη διακυβέρνηση του Διαδικτύου είναι διδακτική. Η Μόσχα επιμένει ότι η Ρωσία και οι ομοϊδεάτες αυταρχικοί, έχουν το απόλυτο προνόμιο να κυβερνούν το διαδίκτυο όπως τους βολεύει, αποκηρύσσοντας τις προσπάθειες της Δύσης να δημιουργήσουν διεθνή πρότυπα για τη διακυβέρνηση του Διαδικτύου με βάση την ελεύθερη ροή πληροφοριών και ιδεών. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, το Κρεμλίνο έχει ενδοιασμούς σχετικά με την παρείσφρηση στις κύβερνο υποθέσεις των ελεύθερων εθνών, μεταξύ άλλων μέσω εξελιγμένων εκστρατειών παραπληροφόρησης και εκλογικής παρέμβασης, όπως έκανε κατά τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016 και το 2020.

Η Ρωσία δείχνει επίσης ελάχιστο σεβασμό για την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική αυτονομία των κρατών στο εγγύς εξωτερικό της. Από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ένα γεγονός που ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν ονόμασε χαρακτηριστικά «η μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή» του 20ου αιώνα, το Κρεμλίνο επιδίωξε επίμονα να επεκτείνει τον έλεγχό του στα μετασοβιετικά εδάφη, από την αποσχισθείσα επαρχία της Υπερδνειστερίας στη Μολδαβία έως το Καζακστάν.

Τα πιο δραματικά παραδείγματα είναι η εισβολή της Ρωσίας στη Γεωργία το 2008 και με μεγαλύτερη σημασία η προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και ο οπλισμός αυτονομιστών στην περιοχή Ντονμπάς της Ουκρανίας. Ο Πούτιν φαίνεται αποφασισμένος να ενσωματώσει την Ουκρανία καθώς και τη Λευκορωσία σε μια αποκλειστική σφαίρα επιρροής, αν όχι να τις ενσωματώσει στη Ρωσία. Η επιμονή της Δύσης ότι η Ουκρανία πρέπει να διατηρήσει το κυρίαρχο δικαίωμα να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, για να μην αναφέρουμε την ΕΕ, είναι ανάθεμα σε αυτήν την ατζέντα του Πούτιν.

Ο Πούτιν δικαιολογεί τη στάση του υποστηρίζοντας ότι η Ουκρανία δεν είναι πραγματική χώρα, ότι οι Ουκρανοί και οι Ρώσοι είναι «ένας λαός» και ότι, κατά συνέπεια, η Ουκρανία μπορεί να απολαύσει πραγματική κυριαρχία μόνο ως μέρος της ίδιας της Ρωσίας. Αυτή η στάση πηγάζει από τη συμβολική κεντρική θέση της Ουκρανίας στη ρωσική εθνική ταυτότητα ως γενέτειρα της Ρωσίας του Κιέβου, ενός μεσαιωνικού σλαβικού κράτους από το οποίο οι σημερινοί Ρώσοι, Λευκορώσοι και Ουκρανοί ανιχνεύουν την καταγωγή τους.

Με αυτό το επιχείρημα, το γεγονός ότι η Κριμαία, της οποίας ο πληθυσμός είναι τα δύο τρίτα Ρώσοι, χαρίστηκε στην Ουκρανία από τον τότε Σοβιετικό ηγέτη Νικήτα Χρουστσόφ μόλις το 1954 ως «σύμβολο αδελφικών δεσμών» μεταξύ των δύο λαών απλώς ενισχύει τους ισχυρισμούς περί τεχνητότητας της εθνική οντότητας της Ουκρανίας.

Όσο για το Donbass, ο Πούτιν έχει αναφερθεί στην περιοχή ως Novarossiya, ή Νέα Ρωσία, όρος που χρησιμοποιούσε η Ρωσική Αυτοκρατορία τον 18ο αιώνα. Όπως εξήγησε βοηθητικά ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Antony Blinken κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας στις 20 Ιανουαρίου στο Βερολίνο, ο Πούτιν «βάζει τις βάσεις για μια εισβολή επειδή δεν πιστεύει ότι η Ουκρανία είναι ένα κυρίαρχο έθνος».

Η στάση του Πούτιν αποκηρύσσει το Μνημόνιο της Βουδαπέστης, μια δέσμευση του 1994 που υπογράφηκε από κοινού από τη Ρωσία, τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, στο οποίο συμφώνησαν να σεβαστούν την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Ουκρανίας σε αντάλλαγμα για την παραίτηση της από τα πυρηνικά όπλα. Από τότε που η Ρωσία κατέλαβε την Κριμαία το 2014, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ επέμειναν στην αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας, προτρέποντας τη Μόσχα και το Κίεβο να διευθετήσουν τη σύγκρουση στο Donbass μέσω διαπραγματεύσεων, χρησιμοποιώντας ως αφετηρία τις Συμφωνίες του Μινσκ με τη μεσολάβηση Γαλλίας και Γερμανίας.

Η κυβέρνηση Μπάϊντεν και οι ομόλογοι της στην ΕΕ έχουν εργαστεί για να παρουσιάσουν ένα ενιαίο μέτωπο, παρά τους ευρωπαϊκούς φόβους, ειδικά στη Γερμανία, ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το έργο του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2 πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Την περασμένη εβδομάδα, το ΝΑΤΟ έθεσε τις δυνάμεις του σε ετοιμότητα και έσπευσε να στείλει στρατεύματα, αεροσκάφη και ναυτικά μέσα στην ανατολική πλευρά του και συγκεκριμένα στην Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία και Πολωνία. Σύμφωνα με τον Blinken, η κυβέρνηση Μπάϊντεν ήταν απερίφραστη στις συνομιλίες της με τη Μόσχα και κατέστησε σαφές ότι υπάρχουν βασικές αρχές που δεσμεύονται να υποστηρίξουν και να υπερασπιστούν, συμπεριλαμβανομένης της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας και του δικαιώματος των κρατών να επιλέγουν τις δικές τους ρυθμίσεις και συμμαχίες ασφαλείας.

Από τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα το 1951, τα έθνη της ηπειρωτικής Ευρώπης έχουν λάβει σημαντικά βήματα για τη συγκέντρωση της εθνικής κυριαρχίας προς το κοινό συμφέρον, μεταξύ άλλων στα υπερεθνικά όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο.

Αυτές οι προσπάθειες ήταν πολύ πιο εντυπωσιακές στον οικονομικό και σε κάποιο βαθμό, στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής παρά στον αμυντικό τομέα. Το αποτέλεσμα ήταν μια ΕΕ με οικονομική και διπλωματική βαρύτητα, αλλά χωρίς ενιαία στρατιωτική σοβαρότητα, ντροπιαστικά εξαρτώμενη από τη στρατιωτική δύναμη των ΗΠΑ και από έναν ανώτατο συμμαχικό διοικητή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. Μεταξύ των ηγετών της ΕΕ, ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ήταν ο πιο ένθερμος υποστηρικτής για την ανάπτυξη της «στρατηγικής αυτονομίας» από την Ευρώπη, την ικανότητα να ενεργεί μόνη της, μεταξύ άλλων μέσω μεγάλων επενδύσεων στην κοινή άμυνα.

Τέλος, υπάρχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες εξακολουθούν να ανακάμπτουν από τις διπλωματικές συνέπειες της κυβέρνησης του πρώην προέδρου Ντόναλντ Τράμπ, όταν οι παράλογοι φόβοι για την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, που φαίνεται καλύτερα από το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική», συγκλόνισαν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και εξέπληξαν αρνητικά ακόμη και τους πιο σταθερούς συμμάχους της. Ο Μπάϊντεν επιβεβαίωσε έκτοτε τη δέσμευση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, στην εταιρική σχέση ΗΠΑ – ΕΕ και στην υπεράσπιση ενός ανοιχτού κόσμου με κανόνες.

Όμως ο συνεχιζόμενος εναγκαλισμός του «Τραμπισμού» στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, δίνει στους πολιτικούς και στο κοινό στο εξωτερικό, λόγο να αμφιβάλλουν για την αξιοπιστία και τη διατήρηση της εξουσίας της χώρας, ιδιαίτερα δεδομένης της προοπτικής μιας άλλης υπερεθνικιστικής ανατροπής μετά τις προεδρικές εκλογές του 2024. Αυτές οι αμφιβολίες ανοίγουν την πόρτα σε μια πιθανή διάσπαση της αποφασιστικότητας της Δύσης την ώρα που αντιμετωπίζει την πιο σοβαρή κρίση της παγκόσμιας τάξης των τελευταίων δεκαετιών.

Με πληροφορίες από worldpoliticsreview.com

* Ο Αντώνης Βασιλείου είναι Αντιστράτηγος (εα), Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός, MSc Επιχειρησιακός Ερευνητής, τ. Σύμβουλος ΟΑΣΕ επί Συμβατικών Εξοπλισμών και τ. Μελετητής των Συστημάτων Διοικήσεως και Ελέγχου Πληροφοριών του ΝΑΤΟ (www.antoniosvasileiou.gr).

 

Τα άρθρα και τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα αυτή εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της. Επίσης ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση των άρθρων και των σχολίων χωρίς την αναφορά της σελίδας ως πηγή.

Ακολουθήστε την ιστοσελίδα μου στο GOOGLE NEWS για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.


Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

© 2022 Antonios L Vasileiou